του Λόντου (Α.Μ. 221)

Αροάνεια Καλβρύτων, 20.12.1893 - Αθήνα, 20.06.1984

Εισήλθε στη Σ.Ν.Δ. στις 14.10.1908 και αποφοίτησε στις 19.07.1912 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 25.07.1913, σε Υποπλοίαρχο στις 21.05.1916 και σε Υποπλοίαρχο Α' Τάξης στις 19.07.1916 (αναδρομικά από τις 21.05.1916). Την 01.10.1916, προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα και κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Στις 25.06.1920, προήχθη σε Πλωτάρχη. Στις 29.06.1922, μετά τη Μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920, τέθηκε σε διαθεσιμότητα από την οποία ανακλήθηκε στις 15.09.1922, ύστερα από την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922. Ακολούθως, προήχθη σε Αντιπλοίαρχο στις 26.01.1926, σε Πλοίαρχο στις 09.09.1935 και σε Υποναύαρχο στις 13.02.1945 (αναδρομικά από τις 06.05.1943), αποστρατεύθηκε δε στις 02.01.1946 ως Αντιναύαρχος ε.α. Στις 05.10.1946, επαναφέρθηκε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε αποστρατευθείς και στις 31.08.1949 αποστρατεύθηκε, οριστικά, ως Αντιναύαρχος ε.α.

Φοίτησε στη Ναυτική Σχολή Πολέμου (1925- 1926) και έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς.

Υπηρέτησε σε πλοία επιφάνειας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, υπηρέτησε στο θωρηκτό ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ και έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Έλλης (03.12.1912) και της Λήμνου (05.01.1913), καθώς και στις λοιπές πολεμικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένης της απελευθέρωσης της Λήμνου (08.10.1912), της Ίμβρου (18.10.1912), της Σαμοθράκης (19.10.1912), της Τενέδου (24.10.1912) , της Χερσονήσου του Άθω (02.11.1912) , της Λέσβου (Νοέμβριος 1912), της Καβάλας (26.06.1913) και του Δεδεαγάτς (σημ. Αλεξανδρούπολης, 11.07.1913).

Ακολούθως, διατέλεσε Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΘΕΤΙΣ (1917, Υποπλοίαρχος A' Τάξης) και έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ως Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΑΙΓΛΗ (1917, Υποπλοίαρχος Α' Τάξης), στις δε 19.04.1918, του εκφράστηκε η ζωηρά ευαρέσκεια του Υπουργού των Ναυτικών για: την γενναιότητα και δραστηριότητα μεθ’ ης ενήρΥησε την καταδίωξιν εμφανισθέντος την 8ιν Απριλίου 1918 υποβρυχίου.

Κατόπιν, ως Πλωτάρχης, διατέλεσε Κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΛΟΓΧΗ (1922) , ΒΕΛΟΣ (1922-1923) και ΘΥΕΛΛΑ (1923) και, ως Αντιπλοίαρχος, Διοικητής του Κεντρικού Προγυμναστηρίου (1926-1927), Διοικητής της Σχολής Υπαξιωματικών Μηχανικών, παράλληλα δε, Κυβερνήτης του πλωτού συνεργείου ΗΦΑΙΣΤΟΣ (1929-1930), Κυβερνήτης των αντιτορττιλικών ΛΕΩΝ (1930- 1931) και ΣΦΕΝΔΟΝΗ (1931), του ελαφρού καταδρομικού ΕΛΛΗ (1931) και των αντιτορττιλικών ΥΔΡΑ (1935).

Μετά την προαγωγή του σε Πλοίαρχο, υπηρέτησε ως Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΛΕΩΝ, συγχρόνως δε, Διοικητής τη Β' Μοίρας Αντιτορπιλικών (1935-1936,), εκ νέου του ελαφρού καταδρομικού ΕΛΛΗ (1936), Διευθυντής Προσωπικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας (1936-1938), Διευθυντής Διοίκησης του Υπουργείου των Ναυτικών (1938-1939), και Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ και, συγχρόνως, Διοικητής τη Α' Μοίρας Αντιτορπιλικών (1939-1941).

Με αυτή την τελευταία ιδιότητα, έλαβε μέρος στον Ελληνο-ιταλικό και τον Ελληνο-γερμανικό Πόλεμο, μετέχοντας στις ναυτικές επιχειρήσεις εκείνης της περιόδου, περιλαμβανομένων της πρώτης και της τρίτης επιδρομικής ενέργειας στο Στενό του Οτράντο (Νοέμβριος 1940 και Ιανουάριος 1941).

Στα τέλη Απριλίου του 1941, λίγες μέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ακολούθησε το Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή με το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ .

Ακολούθως, ως Πλοίαρχος, διατέλεσε Ανώτερος Επόπτης Εμπορικής Ναυτιλίας στο Πορτ Σάιδ (1941) και Ναυτικός Ακόλουθος Ουάσινγκτον 1941-1945).

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ως Υποναύαρχος, ανέλαβε καθήκοντα Υπαρχηγού ΓΕΝ (1946), Αρχηγού ΓΕΝ (1946-1947), Αρχηγού Ναυτικής Εκπαίδευσης (1947) και Αρχηγού Ναυτικών Διοικήσεων (1947 και 1947- 1949).

Το 1947, υπήρξε μέλος του Συμβουλίου Αποσυμφόρησης Στελεχών του Ναυτικού (1947, Υποναύαρχος).

Χρημάτισε Μέλος της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδος (1935- 1936).

Στις 31.10.1943, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Ρ Τάξης, επειδή: κατά την στιγμήν της καταρρεύσεως της Πατρίδος, [Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ], υττερνικήσας πάσας τας παρουσιασθεισας πολεμικός δυσχερείας και αποκρούσας τας εχθρικός προσβολάς, επέτυχεν εν τέλει να φέρη το πλοίον του εις Αλεξάνδρειαν προς συνέχισιν του αγώνος.
 

του Παναγιώτη (Α.Μ. 228)

Λαμία, 01.01.1896- , 23.07.1961

Εισήλθε στη Σ.Ν.Δ. στις 23.09.1910. Στις 12.10.1912, λίγες μέρες μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, ονομάστηκε Αρχικελευστής Οπλίτης και τοποθετήθηκε σε βοηθητικό εύδρομο.

Πράχθηκε σε μάχιμο Σημαιοφόρος στις 14.06.1914, σε Ανθυποπλοίαρχο στις 19.07.2014, σε Υποπλοίαρχο στις 17.03.1917, σε Υποπλοίαρχο Α' Τάξης στις 26.12.1917, σε Πλωτάρχη στις 11.08.1922 και σε Αντιπλοίαρχο στις 26.01.1926. Στις 17.03.1933, τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω της εμπλοκής του στο Κίνημα Πλαστήρα (Μάρτιος 1933) και στις 17.05.1934 σε αργία δια πρόσκαιρου παύσεως μέχρι τις 20.02.1934. Ακολούθως, προήχθη σε Πλοίαρχο στις 09.09.1935. Μεταξύ 25.10.1935 και 14.03.1936, διατέλεσε σε διαθεσιμότητα με αίτησή του. Την 01.01.1945 προήχθη σε Υποναύαρχο και στις 13.09.1949 σε Αντιναύαρχο, αποστρατεύθηκε δε στις 06.01.1953 ως Αντιναύαρχος ε.α.

Φοίτησε στη Ναυτική Σχολή Πολέμου (1925- 1926 και 1930-1931) και έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς.

Υπηρέτησε σε πλοία επιφάνειας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

Ως Αρχικελευστής, έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους επί της αρχηγίδας των βοηθητικών ευδρόμων ΕΣΠΕΡΙΑ και του θωρηκτού ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ).

Επίσης, έλαβε μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (επί του αντιτορπιλικού ΘΥΕΛΛΑ και του θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ), καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσημβρινή Ρωσία (επί του αντιτορπιλικού ΑΕΤΟΣ, του μεταγωγικού ΚΑΝΑΡΗΣ και του θωρηκτού ΚΙΛΚΙΣ) και της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΔΩΡΙΣ (1919- 1920, Υποπλοίαρχος Α' Τάξης).

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, διατέλεσε, ως Πλωτάρχης, Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΣΦΕΝΔΟΝΗ (1922-1923), του τορπιλοβόλου ΠΕΡΓΑΜΟΣ (1923) και του βοηθητικού ΧΙΟΣ, που επί των ημερών του μετασκευάστηκε σε πλωτό συνεργείο με την ονομασία ΗΦΑΙΣΤΟΣ (1923-1925). Με το βαθμό του Αντιπλοιάρχου, υπηρέτησε ως Κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΠΑΝΘΗΡ (1926 και 1932-1933), ΛΕΩΝ (1927 και 1930), ΑΕΤΟΣ (1932) και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (1933), θέση στην οποία υπηρετούσε κατά το Κίνημα Πλαστήρα, καθώς και Διευθυντής του ΓΕΝ/Α (1935). Ως Πλοίαρχος, ανέλαβε και πάλι καθήκοντα Διευθυντή ΓΕΝ/Α (1936), καθώς και Κυβερνήτη του εκπαιδευτικού ΑΡΗΣ (1938), Διοικητή Αντιαεροπορικής Άμυνας (1939) και Διευθυντή Διοικητικού του Υπουργείου των Ναυτικών (1939).

Κατά τον Ελληνο-ιταλικό και τον Ελληνο- γερμανικό Πόλεμο, διατέλεσε Διοικητής της Β' Μοίρας Αντιτορπιλικών (1940-1941, Πλοίαρχος). Με αυτή την ιδιότητα έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις της περιόδου εκείνης, περιλαμβανομένων της δεύτερης και τρίτης επιδρομικής ενέργειας στο Στενό του Οτράντο (Δεκέμβριος 1940 και Ιανουάριος 1941), επιβαίνοντας στο αντιτορπιλικό ΣΠΕΤΣΑΙ, με το οποίο ακολούθησε το Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή στα τέλη Απριλίου 1941, λίγες μέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα.

Στη Μέση Ανατολή, με το βαθμό του Πλοιάρχου, διατέλεσε Ανώτερος Διοικητής Υποβρυχίων (1941-1942), δύο φορές Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου των Ναυτικών (1942), Ανώτερος Διοικητής Πλοίων Ινδικού Ωκεανού (1942) και, εκ νέου, Ανώτερος Διοικητής Υποβρυχίων (1944, Πλοίαρχος/Υποναύαρχος).

Μετά τον επαναπατρισμό του Στόλου (Οκτώβριος 1944), διατέλεσε, ως Υποναύαρχος, Ανώτερος Τεχνικός Διευθυντής (1945), Υπαρχηγός του ΓΕΝ (1945-1946), Αρχηγός του Ναυστάθμου Σαλαμίνας (1946- 1947) και Αρχηγός του ΓΕΝ (1947-1951, Υποναύαρχος/Αντιναύαρχος), συγχρόνως δε Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού (1950-1951) και Υφυπουργός των Ναυτικών (1950, κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου). Στο διάστημα 1951-1953, διατέλεσε Αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλιά Παύλου (Αντιναύαρχος).

Το 1947, υπήρξε μέλος του Συμβουλίου Αποσυμφόρησης Στελεχών του Ναυτικού (1947, Υποναύαρχος).

Επίσης, χρημάτισε Πρόεδρος του Δ.Σ. του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού (1957-1961, Αντιναύαρχος ε.α.).

Τιμήθηκε:
- στις 30.05.1942, με τον Πολεμικό Σταυρό Ρ Τάξης, για: την μετ’ ευψυχίας και ακρίβειας εκτέλεσιν των ανατεθεισών αυτώ αποστολών και δια την τήρησιν της εννόμου τάξεως επί του πλοίου ου επέβαινεν, υπό δυσμενείς συνθήκας (αντιτορπιλικό ΣΠΕΤΣΑΙ, αμέσως πριν από την αποδημία του Στόλου),
- στις 07.05.1943, με τον Πολεμικό Σταυρό Π Τάξης, επειδή: κατά την στιγμήν της καταρρεύσεως της Πατρίδος, επιβαίνων του αντιτορπιλλικού ΣΠΕΤΣΑΙ, υπερνικήσας πάσας τας παρουσιασθείσας πολεμικός δυσχερείας και, αποκρούσας τας εχθρικός προσβολάς, επέτυχεν, εν τέλει, να φέρη τα διασωθέντα αντπορπιλλικά της Μοίρας του εις Αλεξάνδρειαν προς συνέχισιν του αγώνος (Διοικητής της Β' Μοίρας Αντιτορπιλικών),
- στις 16.01.1952, με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, για: την επιδειχθείσαν εργατικότητα, ανωτέραν αντίληψιν καθήκοντος και ευδόκιμους υπηρεσίας, εν τω κύκλω των ενεργειών του, κατά τας [... ] επιχειρήσεις της περιόδου 1947-1950.
 

του Δημητρίου (Α.Μ. 329)

Αδήνα, 31.12.1899-Αθήνα, 17.06.1981

Εισήλθε στη Σ.Ν.Δ. στις 10.10.1915, αποφοίτησε στις 10.01.1920 ως μάχιμος Δόκιμος Σημαιοφόρος και στις 04.05.1920 ονομάστηκε Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 20.05.1921. Στις 25.07.1924, στη διάρκεια της «Απεργίας του Ναυτικού» (Ιούνιος 1924), αποστρατεύθηκε με αίτησή του, αλλά στις 28.08.1924 επανήλθε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε αποστρατευθείς. Ακολούθως, προήχθη σε Υποπλοίαρχο στις 22.04.1925, σε Πλωτάρχη στις 22.10.1932, σε Αντιπλοίαρχο στις 22.10.1938, σε Πλοίαρχο στις 10.01.1944 (αναδρομικά από τις 09.11.1943), σε Υποναύαρχο στις 13.09.1949 και σε Αντιναύαρχο στις 06.10.1952, αποστρατεύθηκε δε στις 13.09.1958 ως Αντιναύαρχος ε.α. Στις 13.10.1958, ανακλήθηκε στην ενέργεια και την 01.11.1960 επαναφέρθηκε στην εφεδρεία. Στις 15.02.1963, του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Αρχηγού του ΓΕΝ.

Φοίτησε στη Σχολή Πυροβολικού (1922), τη Σχολή Τορπιλών (1927-1928) και τη Ναυτική Σχολή Πολέμου (1937-1938). Έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς.

Υπηρέτησε σε πλοία επιφάνειας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

Έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας (επί του θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ, του αντιτορπιλικού ΘΥΕΛΛΑ και του θωρηκτού ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ).

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, διατέλεσε Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΑΙΓΛΗ (1924, Ανθυποπλοίαρχος) και, ως Πλωτάρχης, των τορπιλοβόλων ΚΙΟΣ (1934-1935) και ΠΡΟΥΣΣΑ, παράλληλα δε, Διοικητής Μοίρας Τορπιλοβόλων (1935-1936) και του αντιτορπιλικού ΣΠΕΤΣΑΙ (1935), ως δε Αντιπλοίαρχος, εκ νέου του ΣΠΕΤΣΑΙ (1938) και του αντιτορπιλικού ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α', συγχρόνως δε, Αρχιεπιστολέας του Ανώτερου Διοικητή Αντιτορπιλικών (1939- 1941).

Κατά τον Ελληνο-ιταλικό και τον Ελληνο- γερμανικό Πόλεμο, συνεχίζοντας την κυβέρνηση του ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α', έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις εκείνης της περιόδου, περιλαμβανομένων της πρώτης και της τρίτης επιδρομικής ενέργειας στο Στενό του Οτράντο (Νοέμβριος 1940 και Ιανουάριος 1941). Τον Απρίλιο του 1941, το πλοίο του βρισκόταν στη δεξαμενή του Ναυστάθμου Σαλαμίνας, λόγω των σοβαρότατων ζημιών που είχε υποστεί από γερμανική αεροπορική επιδρομή (λίγο μετά τα μεσάνυκτα της 13/14.04.1941), και δεν μπόρεσε να ακολουθήσει το Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή.

Κατά τους πρώτους μήνες της Κατοχής, υπηρέτησε, με το βαθμό του Αντιπλοιάρχου, στη Γενική Διεύθυνση Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (για το ζήτημα αυτό βλ. στον Πρόλογο). Το Δεκέμβριο του 1941 διέφυγε από την κατεχόμενη Ελλάδα και στις 27.02.1942 παρουσιάστηκε στη Μέση Ανατολή.

Εκεί, αρχικά διατέλεσε Κυβερνήτης του πλωτού συνεργείου ΗΦΑΙΣΤΟΣ (1942, Αντιπλοίαρχος). Το 1942, απεστάλη στην Αγγλία ως Αρχηγός της Αποστολής παραλαβής των κορβετών τύπου ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ. Το 1943, διατέλεσε Αρχηγός της Αποστολής παραλαβής των τεσσάρων αρματαγωγών τύπου ΛΗΜΝΟΣ από τη Νέα Ορλεάνη των Η.Π.Α και, συγχρόνως, Κυβερνήτης του αρματαγωγού ΣΑΜΟΣ (1943-1945, Αντιπλοίαρχος). Έλαβε μέρος στις αποβατικές επιχειρήσεις στο Άντζιο της Ιταλίας (Ιανουάριος 1944) και τη Νότια Γαλλία (Αύγουστος 1944), ως Διοικητής Μοίρας Αρματαγωγών (Πλοίαρχος).

Μετά το ΕΓ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέλαβε, με το βαθμό του Πλοιάρχου, καθήκοντα Κυβερνήτη του αντιτορπιλικού ΜΙΑΟΥΛΗΣ και, παράλληλα, Διοικητή του 12ου Στολίσκου Αντιτορπιλικών (1945-1946), Ανώτερου Διευθυντή Προσωπικού Ναυτικού (1946-1947), Ανώτερου Τεχνικού Διευθυντή (1947), Ανώτερου Διοικητή Ελαφρών Σκαφών (1947- 1949) και, συγχρόνως, Ανώτερου Διοικητή Υποβρυχίων, καθώς και Αρχηγού Στόλου (1949).
Ακολούθως, διατέλεσε Αρχηγός Ναυτικών Διοικήσεων και, παράλληλα, Γενικός Επιθεωρητή Ναυτικού (1949-1950, Υποναύαρχος) και Υπαρχηγός ΓΕΝ (1949). Επίσης, διατέλεσε Αρχηγός Στόλου (1950- 1952, Υποναύαρχος/Αντιναύαρχος), και, συγχρόνως, Αρχηγός Ναυστάθμου (1951- 1952) και Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού (1952). Τέλος, διατέλεσε Αρχηγός του ΓΕΝ και COMEDEAST (1952-1958, Υποναύαρχος/Αντιναύαρχος).

Κατά την περίοδο της ανάκλησή του στην ενέργεια από την εφεδρεία από την εφεδρεία, υπηρέτησε ως Αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλιά Παύλου (1958-1960, Αντιναύαρχος).
Επίσης, έλαβε ενεργό μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του Εμφυλίου ως Ανώτερος Ναυτικός Διοικητής Επιχειρήσεων με έδρα το Βόλο (Πλοίαρχος/Υποναύαρχος).

Χρημάτισε Πρόεδρος της Ελληνικής Θαλάσσιας Ένωσης (1958-1980, Αντιναύαρχος ε.α.), Μέλος (1953-1954 και 1969-1980) και Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδος (1961- 1968), καθώς και μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (1965-1980).

Τιμήθηκε:
- στις 14.09.1944, με τον Πολεμικό Σταυρό Ρ Τάξης, επειδή: δια των συνεχών και αόκων προσπαθειών του, συνέβαλεν ώστε το πλοίον του να καταστή ικανόν προς επιτυχή διεξαγωγήν πολεμικών αποστολών (Κυβερνήτης του ΣΑΜΟΣ), και
- στις 11.12.1945 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, για: την εξαιρετικήν ικανότητα και εργατικότητα ας επέδειξε καθ’ όλην την διάρκεια του πολ 'μεου, ως και την ανωτέραν αντίληψιν εν τω κύκλω των καθηκόντων του, ιδία δε δια την δράσιν του εις τας επιχειρήσεις της Ιταλίας ως Διοικητής αρματαγωγών (απόβαση Άντζιο, Ιανουάριος 1944), και

Συνέταξε το Εγχειρίδιον Ελέγχου Βλαβών των Β. Πλοίων για το οποίο, στις 13.09.1949, του εκφράστηκε η ευαρέσκεια του Υπουργού των Ναυτικών.
 

του Ευαγγέλου (Α.Μ. 304)

Φυλή Ασπροπύργου, 25.12.1899 - Αθήνα, 10.10.1984

Εισήλθε στη Σ.Ν.Δ. στις 27.11.1914 και αποφοίτησε στις 19.03.1918 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 26.02.1920, σε Υποπλοίαρχο στις 29.03.1923, σε Πλωτάρχη στις 27.10.1931, σε Αντιπλοίαρχο στις 16.11.1935, σε Πλοίαρχο την 01.05.1942 και σε Υποναύαρχο στις 12.09.1949, αποστρατεύθηκε δε την 01.10.1952 ως Αντιναύαρχος ε.α. Λίγο αργότερα, η αποστρατεία του ακυρώθηκε και στις 27.02.1953 αποστρατεύθηκε ως Αντιναύαρχος ε.α.

Φοίτησε στη Σχολή Πυροβολικού (1924) και τη Ναυτική Σχολή Πολέμου (1938-1939) και έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Πυροβολικού και Επιτελούς.

Υπηρέτησε σε πλοία επιφάνειας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

Έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσημβρινή Ρωσία (επί θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ) και της Μικρασιατικής Εκστρατείας (επί των αντιτορπιλικών ΒΕΛΟΣ και ΑΣΠΙΣ, καθώς και του τορπιλοβόλου ΑΛΚΥΟΝΗ).

Στη συνέχεια, ως Υποπλοίαρχος, διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΒΕΛΟΣ (1923) και του τορπιλοβόλου ΠΕΡΓΑΜΟΣ (1925-1926) και, ως Πλωτάρχης, Αρχιεπιστολέας του Διοικητή Αντιτορπιλικών (1933-1934) και του Αρχηγού Ελαφρού Στόλου (1935) και Κυβερνήτης του ελαφρού καταδρομικού ΕΛΛΗ (1935).

Με το βαθμό του Αντιπλοιάρχου, υπηρέτησε ως Αρχιεπιστολέας του Ανώτερου Διοικητή Υποβρύχιας Αμυνας (1935-1938), εκ νέου Κυβερνήτης του ΕΛΛΗ (1936-1938), καθώς και των αντιτορπιλικών ΣΠΕΤΣΑΙ (1938), ΨΑΡΑ (1938 και 1939-1941), ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ (1939) και ΠΑΝΘΗΡ (1939).

Κατά τον Ελληο-ιταλικό και τον Ελληνο- γερμανικό Πόλεμο, συνεχίζοντας την κυβέρνηση του ΨΑΡΑ, έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις εκείνης της περιόδου, περιλαμβανομένων και των τριών επιδρομικών ενεργειών στο Στενό του Οτράντο (Νοέμβριος, Δεκέμβριος 1940 και Ιανουάριος 1941).

Επίσης, υπάρχουν ενδείξεις ότι στις 11.03.1941 το πλοίο του, συνοδεύοντας νηοπομπή, βύθισε ιταλικό υποβρύχιο ή του προκάλεσε σοβαρές ζημιές466 και, ενδεχομένως, ότι έπληξε και άλλο στις 20.04.1941. Στο τέλος Απριλίου, λίγες μέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ακολούθησε το Στόλο στην αποδημία του στη Μέση Ανατολή, επιβαίνοντας στο ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, δεδομένου ότι στις 20.04.1941 το ΨΑΡΑ είχε βυθιστεί από σφοδρή γερμανική αεροπορική επίθεση, μαχόμενο ηρωικά μέχρι την τελευταία στιγμή.

Στη διάρκεια της αποδημίας του Στόλου στη Μέση Ανατολή, διατέλεσε, ως Αντιπλοίαρχος, Διευθυντής του II Γραφείου Κάιρου (1941-1942) και Διοικητής Υποβρυχίων (1942), ως δε Πλοίαρχος, Σύνδεσμος του Πολεμικού Ναυτικού στη Βεγγάζη (1943) και Κυβερνήτης του θωρηκτού ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ (1944).

Μετά την απελευθέρωση της Χώρας, διατέλεσε, με το βαθμό του Πλοιάρχου, Ναυτικός Διοικητής Πειραιά (1944), Διευθυντής ΓΕΝ/Γ (1944-1945), Ναυτικός Ακόλουθος Ρώμης και Παρισίων (1945-1947) και Αρχηγός Στόλου (1947-1950, Πλοίαρχος/Υποναύαρχος), ενώ ως Υποναύαρχος, Β' Υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ (1950-1951), καθώς και Αρχηγός του ΓΕΝ και Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού 1951-1952).

Το 1929 (Υποπλοίαρχος), ήταν πρόεδρος της επιτροπής εκσυγχρονισμού του συστήματος διεύθυνσης βολής πυροβολικού του ΑΒΕΡΩΦ και το 1930 (Υποπλοίαρχος) είχε το συντονισμό της ανάπτυξης του θεσμού της Φ.Α.Ψ. στο Ναυτικό.

Συμμετέσχε στην «Απεργία του Ναυτικού» (Ιούνιος 1924, Υποπλοίαρχος).

Τιμήθηκε :
- στις 25.02.1922, με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, επειδή: αναμφισβητήτως διεκρίθη επ’ ανδραγαθία και στρατιωτική αξία εν πολέμω,
- στις 18.03.1941, με τον Πολεμικό Σταυρό Α' Τάξης, επειδή: κυβερνών το αντιτορπιλλικόν ΨΑΡΑ, εξετέλεσε διακεκριμένην πράξιν επί του πεδίου της μάχης, ήτοι εβύθισεν εχθρικόν υποβρύχιον αποπειραθέν να προσβάλη νηοπομπήν προστατευομένην υπό του αντιτορπιλλικού τούτου (στις 11.03.1941),
- στις 07.05.1942, με τον Πολεμικό Σταυρό Α' Τάξης, επειδή: την λαμπρόν διαγωγήν, ανταξίαν των παραδόσεων του Ναυτικού, ην ετήρησεν επί του αντιτορπιλλικού ΨΑΡΑ, όταν τούτο εβυθίσθη εξ αεροπορικής επιθέσως έξωθι των Μεγάρων την 20.04.1941, ήτοι δια διακεκριμένην πράξιν επί του πεδίου της μάχης, και
- στις 07.05.1942, με τον Πολεμικό Σταυρό Α' Τάξης, επειδή: Κυβερνήτης του βυθισθέντος αντιτορπιλλικού ΨΑΡΑ, δια της λαμπρός επιβολής ην ασκεί το παράδειγμα του ηγήτορος, κατήλθεν εις Μέσην Ανατολήν μετά των δαιασωθέντων αξιωματικών και του πληρώματος του πλοίου του προς συνέχισιν του αγώνος, και

Έγραψε τα Η Διεύθυνση Βολής {1936, Πορτραίτα Ιστορικών Ναυάρχων (1938), Αποβατικαί και Συνδεδυασμέναι Επιχειρήσεις (1949), Στρατηγική (1951, βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Αι Πολεμικοί, Πολιτικοί και Διπλωματικοί Αναμνήσεις του της Δεκαετίας 1940-1950 (1951), Η Ελλάς Δεκαετίας 1940- 1950 (19...), Η Ρωσία ως Ναυτική Δύναμις (1860-1960 μ.X.) (1961), Η Ναυτική Ηγεμονία των Μυκηνών (1966), Ναυτική Εποποιία του 1821 (1971) και Ο Επιστημονικός Πόλεμος (1971).
 

του Χρήστου (Α.Μ. 479)

Αθήνα, 31.12.1905-Αθήνα, 30.04.1985

Εισήλθε στη Σ.Ν.Δ. στις 21.09.1922 και αποφοίτησε στις 16.01.1926 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 10.08.1928, σε Υποπλοίαρχο στις 14.02.1934, σε Πλωτάρχη στις 31.12.1940, σε Αντιπλοίαρχο στις 26.12.1944, σε Πλοίαρχο στις 24.09.1949, σε Υποναύαρχο στις 16.09.1958 και σε Αντιναύαρχο στις 16.09.1960. Στις 23.09.1961, αποστρατεύθηκε με αίτησή του και στις 26.08.1962 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Αρχηγού ΓΕΝ. Μεταξύ 20.01.1975 και 31.05.1975, ανακλήθηκε στην ενέργεια.

Φοίτησε στη Σχολή Πυροβολικού (1935) και τη Ναυτική Σχολή Πολέμου (1949). Έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Πυροβολικού..

Υπηρέτησε σε πλοία επιφάνειας, επιτελικές και διοικητικές θέσεις, καθώς στην Εθνική Στρατιωτική Αντιπροσωπεία στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο (1952-1953), παράλληλα με τα καθήκοντά ως Ναυτικού Ακολούθου Ουάσινγκτον.

Προπολεμικά, διατέλεσε Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΑΡΕΘΟΥΣΑ (1935-1936, Υποπλοίαρχος).

Κατά τον Ελληνο-ιταλικό και τον Ελληνο- γερμανικό Πόλεμο, υπηρέτησε συνεχώς στην Ανώτερη Διοίκηση Παράκτιας Άμυνας.

Μεταξύ 1941 και 1943, στη διάρκεια της Κατοχής, υπηρέτησε ως Πλωτάρχης στη Γενική Διεύθυνση Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (για το ζήτημα αυτό βλ. στον Πρόλογο).

Διέφυγε από την κατεχόμενη Ελλάδα και στις 08.03.1943 παρουσιάστηκε στη Μέση Ανατολή. Ακολούθως, υπηρέτησε στο θωρηκτό ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ και την Ανώτερη Διοίκηση Αντιναρκικών Μέτρων και διατέλεσε Κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1943- 1945, Πλωτάρχης/Αντιπλοίαρχος), που παρέλαβε στο Τσάταμ της Αγγλίας και με την οποία έλαβε μέρος σε συνοδεία νηοπομπών στο Βόρειο Ατλαντικό, καθώς και στην απόβαση της Νορμανδίας (Ιούνιος 1944).

Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ως μεν Αντιπλοίαρχος, διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΑΣΤΙΓΞ και Αρχιεπιστολέας του Ανώτερου Διοικητή Αντιτορπιλικών (1946- 1947), ως δε Πλοίαρχος, Ναυτικός Ακόλουθος Ουάσινγκτον (1951-1953), Ανώτερος Διοικητής Ελαφρών Σκαφών και Διοικητής Υποβρυχίων (1953-1955), καθώς και Αρχηγός του Α' Κλάδου του ΓΕΝ, παράλληλα δε, Επιτελάρχης COMEDEAST (1955-1957).

Στη συνέχεια, ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού της 3ης Μικτής Επιτελικής Ομάδας του ΓΕΕΘΑ (1958-1959, Υποναύαρχος), καθώς και Αρχηγού του ΓΕΝ και COMEDEAST (1959- 1961, Υποναύαρχος/Αντιναύαρχος).

Κατά την ανάκλησή του στην ενέργεια από την εφεδρεία το 1975, υπήρξε Πρόεδρος του Ειδικού Συμβουλίου Κρίσης των αξιωματικών του Ναυτικού που είχαν διωχθεί την περίοδο της δικτατορίας του 1967-1974 (Αντιναύαρχος).

Το 1953, παράλληλα με τα λοιπά καθήκοντά του, συνέταξε το προσχέδιο του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας των Βασιλικών Πλοίων (ΚΕΥΒΠ) και, το 1956, τις πρώτες Διατάξεις Ναυτικού που παρέμειναν σε ισχύ πάνω από 45 χρόνια . Επίσης, το 1958, υπήρξε κύριος συντελεστής της σύνταξης του Κανονισμού Οικονομικής Υπηρεσίας (ΚΟΥ).

Εκτός από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έλαβε ενεργό μέρος στις επιχειρήσεις του Εμφυλίου.

Τιμήθηκε:
- στις 25.05.1945, επειδή: υπηρετών επί της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ από της παραλαβής της, υπό δυσμενείς συνθήκας μακράν ελληνικών βάσεων, επέδειξεν αντοχήν εις την σκληρόν ζωήν, άριστα ναυτικά προσόντα, ενθουσιασμόν και αυτοθυσίαν εξαίρετον εις τρόπον ώστε επετεύχθη η καθ’ όλα επιτυχής συμμετοχή του πλοίου του εις συνοδείας Βορείου Ατλαντικού, Δυτικής Αγγλίας και αποβατικάς επιχειρήσεις Δυτικού Μετώπου δια την απελευθέρωσιν της Ευρώπης, την χαραυγήν της 6ης Ιουνίου 1944 (Κυβερνήτης του πλοίου),
- στις 20.05.1945, με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, για: την έξοχον δράσιν του πλοίου του κατά την επιχείρησιν OVERLORD, δι’ ην εξεφράσθη λίαν ευμενώς ο Βρετανός Ναύαρχος (απόβαση της Νορμανδίας, Ιούνιος 1944, Κυβερνήτης του ΤΟΜΠΑΖΗΣ),
- στις 14.07.1948, με τον Πολεμικό Σταυρό Γ' Τάξης, επειδή: δια των ευστοχών πυρών του αντιτορπιλικού ΑΣΤΙΓΞ από το Κορινθιακού κατά τας επιχειρήσεις της Ρούμελης, προυξένησε σημαντικός απώλειας εις [τους αντιπάλους] και προσέφεραν σημαντικός υπηρεσίαςεις τας μαχομένας εθνικός δυνάμεις (Κυβερνήτης του πλοίου), και, και
- στις 16.01.1952, με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, για: την επιδειχθείσαν εργατικότητα, ανωτέραν αντίληψιν καθήκοντος και ευδόκιμους υπηρεσίας εν τω κύκλω των ενεργειών του κατά τας [... ] επιχειρήσεις της περιόδου 1947-1950.