A' Παγκόσμιος Πόλεμος

Φεβ 16, 2017

Εισαγωγή

Μετά τους νικηφόρους για τον Eλληνισμό Βαλκανικούς Αγώνες, ξεκινά για την Ελλάδα η περίοδος της μεγάλης κρίσης. Η διάσταση απόψεων που ήδη υπήρχε μεταξύ βασιλέα Κωνσταντίνου και πρωθυπουργού, Ελευθερίου Βενιζέλου οξύνθηκε, με αποτέλεσμα ολόκληρη η ελληνική κοινωνία να οδηγηθεί σε πόλωση, η οποία στην κορύφωσή της θα καταλήξει στον λεγόμενο Εθνικό Διχασμό. Τη δημιουργία, δηλαδή, στον ελλαδικό χώρο δύο κέντρων εξουσίας, του βασιλικού στην Αθήνα και του βενιζελικού στη Θεσσαλονίκη. Αυτός ο διχασμός θα οδηγήσει τους Αγγλογάλλους σε κατάφορες παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας και ο Eλληνισμός θα κινδυνεύσει να χάσει ό,τι κέρδισε ενωμένος λίγα χρόνια πριν.

Η διάσταση αυτή είχε φαινομενικά να κάνει με το αν η Ελλάδα θα έμπαινε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων (άποψη του Βενιζέλου) ή θα παρέμενε ουδέτερη (άποψη του Κωνσταντίνου). Εντούτοις, τα αίτια της πόλωσης στην κοινωνία ήταν βαθύτερα και είχαν να κάνουν με την αφομοίωση των πληθυσμών των λεγομένων Νέων Χωρών στον εθνικό κορμό. Με την προσάρτηση της υπόλοιπης Ηπείρου, καθώς και της Μακεδονίας, νέες παραγωγικές δυνάμεις εμφανίστηκαν, οι οποίες ενίσχυσαν την αστική τάξη της χώρας. Αυτό δημιούργησε αντίδραση στην παλαιά Ελλάδα και στους εκπροσώπους των παλαιών παραγωγικών δομών. Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι με το κόμμα του Κωνσταντίνου τάχθηκαν και αρκετοί άνθρωποι χαμηλής οικονομικής τάξης, οι οποίοι θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ταχύτατες αλλαγές.

Αυτός ο διχασμός φάνηκε να κοπάζει όσο η Ελλάδα νικούσε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρά Ασία παρά τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη από βενιζελικούς και τις απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Βενιζέλου και του Παύλου Κουντουριώτη από φιλοβασιλικούς, δείγματα της έντασης που υπέβοσκε. Εντούτοις, θα επανέλθει μετά το 1922 δριμύτερος και θα ταλανίσει τη χώρα τουλάχιστον μέχρι το 1935.

Η περίοδος αυτή θα κλείσει με την καταστροφή της Σμύρνης και την παύση του Eλληνισμού της Ιωνίας, του οποίου η ύπαρξη μαρτυρείται ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια. Με αυτό τον τραγικό τρόπο απενεργοποιείται η Μεγάλη Ιδέα και το ελληνικό κράτος θα αντιμετωπίσει το επιτακτικό πρόβλημα της ένταξης και αφομοίωσης των προσφύγων. Οι πρόσφυγες με την παρουσία τους θα τονώσουν οικονομικά και κοινωνικά το κράτος, αλλά παράλληλα, θα ενταθεί και το διχαστικό πνεύμα στην ελληνική κοινωνία, καθώς πολλοί από αυτούς θεωρούσαν τον Βενιζέλο ή τον Κωνσταντίνο υπεύθυνο για τη δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα.

Το Πολεμικό Ναυτικό συμμετέχει και επηρεάζεται από την κατάσταση αυτής της περιόδου, καθώς βαθύτατα πολιτικοποιημένοι αξιωματικοί πολλές φορές συμμετέχουν στα κινήματα, ενώ παράλληλα, λαμβάνουν χώρα αποφάσεις αποδυνάμωσης του Πολεμικού Ναυτικού σε θέματα εξοπλισμού και πρόσκτησης νέων ναυτικών μονάδων, οι οποίες δεν συνάδουν με τις γεωπολιτικές επιταγές της περιοχής

Παρ’ όλα, αυτά το Πολεμικό Ναυτικό πολέμησε γενναία με όλες του τις δυνάμεις στον Μικρασιατικό Πόλεμο. Η πολύτιμη συνεισφορά του όμως συχνά παραβλέπεται, διότι αν και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε εξοπλίσει το Ναυτικό της, ο επαναστατικός στρατός του Κεμάλ δεν ήταν σε θέση να τον χρησιμοποιήσει. Αναγκαστικά λοιπόν το Πολεμικό Ναυτικό είχε ρόλο επικουρικό στις επιχειρήσεις, αφού δεν υπήρχε τακτικός αντίπαλος.

Η αποδυνάμωση του Ναυτικού

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους παρόλο που ήταν ξεκάθαρη η σημασία της ύπαρξης ενός ισχυρού στόλου για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων, καθώς και η ένταξη στη Βαλκανική Συμμαχία, αλλά και η νίκη στους Βαλκανικούς Πολέμους οφείλονταν κατά μεγάλο βαθμό και στον Ελληνικό Στόλο, οι ελληνικές Κυβερνήσεις ακολούθησαν πολιτική αποδυνάμωσης του Ναυτικού. Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτή την πολιτική πρέπει να θεωρηθεί η περικοπή των δαπανών. Ο Βενιζέλος σύναψε δάνειο 25.000.000 λιρών για την ανάπτυξη της διπλασιασμένης χώρας κι έτσι, ο εξοπλισμός του Ναυτικού πέρασε σε δεύτερη μοίρα.

Ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη από το 1911 παραγγείλει ένα dreadnought από την Αγγλία, το Ρεσαδιέ, εκτοπίσματος 23.000 τόνων και ταχύτητας 21 κόμβων, η ελληνική Κυβέρνηση με υπουργό τον Νικόλαο Στράτο προχώρησε το 1912 στην παραγγελία ενός θωρηκτού μάχης στα γερμανικά ναυπηγεία Vulkan μαζί με τα τορπιλοβόλα τύπου Αίγλη. Θα είχε εκτόπισμα 13.000 τόνους, 8 πυροβόλα των 35εκ., 6 των 15εκ. και κόστος 1.050.000 λίρες. Ήταν το περίφημο Σαλαμίς, το οποίο έμελε να εξελιχθεί σε αληθινό εξοπλιστικό Βατερλό για το Πολεμικό Ναυτικό.

Άλλη περίπτωση ήταν αυτή του Ρίο ντε Τζανέιρο, dreadnought επίσης, το οποίο ναυπηγούνταν στην Αγγλία και βρέθηκε απροσδόκητα διαθέσιμο, καθώς η χώρα για την οποία προοριζόταν, η Βραζιλία, άλλαξε γνώμη και το αγόρασε η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετονομάζοντάς το σε Sultan Osman-i Evvel. Είναι αξιοσημείωτο ότι Έλληνες αξιωματικοί του Ναυτικού είχαν προτείνει στην πολιτική ηγεσία την αγορά του πανίσχυρου πλοίου.

Λόγω της ολιγωρίας της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρόλο που είχε ηττηθεί στους Βαλκανικούς Πολέμους, βρέθηκε να έχει και πάλι τη ναυτική υπεροπλία. Ο αντιναύαρχος πλέον Παύλος Κουντουριώτης μην αντέχοντας να βλέπει την αναίρεση όσων είχε καταφέρει, πρότεινε να αναλάβει ο ίδιος τη διακυβέρνηση του υποβρυχίου Ξιφίας ή κάποιου μικρού αντιτορπιλικού και να τορπιλίσει το Ρίο ντε Τζανέιρο, όταν αυτό θα περνούσε τα Στενά του Γιβραλτάρ, χωρίς να προηγηθεί κήρυξη πολέμου ώστε να το αιφνιδιάσει. Η πρότασή του προέβλεπε ότι θα εθεωρείτο πως ο Κουντουριώτης δρούσε αυτοβούλως και αν επιβίωνε της καταδρομικής ενέργειας και επέστρεφε στην Ελλάδα, θα αποκηρυσσόταν από την ελληνική Κυβέρνηση, η οποία θα τον καθαιρούσε, θα τον συλλάμβανε, θα τον δίκαζε και θα τον φυλάκιζε, όπως αρμόζει σε έναν πειρατή. Ο Βενιζέλος όμως αρνήθηκε.

Εξετάστηκε ακόμη και ο αποκλεισμός των Στενών των Δαρδανελίων με μια ενδεχόμενη κατάληψη της χερσονήσου της Καλλίπολης για να σταματήσει ο κατάπλους των θωρηκτών. Ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε κανένα από τα σχέδια, διότι η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τα θωρηκτά αυτά στα αγγλικά ναυπηγεία, όπου κατασχέθηκαν από τους Άγγλους για τις δικές τους ανάγκες.

Παρ’ όλα αυτά, επειδή η ανησυχία της ελληνικής κοινής γνώμης είχε διογκωθεί λόγω της επικείμενης ενίσχυσης του Οθωμανικού Στόλου, η πολιτική ηγεσία της χώρας αγόρασε έξι καινούργια τορπιλοβόλα τύπου Δωρίδος (125 τόνων, 24 Knots με τρεις τορπιλοσωλήνες, τύπος απαρχαιωμένος) και ο ίδιος ο Βενιζέλος βεβαίωσε την ανήσυχη ελληνική παροικία στο Παρίσι ότι το Ναυτικό με αυτά τα έξι τορπιλοβόλα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το ενισχυμένο Οθωμανικό Ναυτικό. Στη συνέχεια, το Πολεμικό Ναυτικό προχώρησε σε άστοχες αγορές, όπως τα δύο αμερικάνικα θωρηκτά Αϊντάχο και Μισισιπή (ναυπήγησης 1907), τα οποία ονομάστηκαν Κιλκίς και Λήμνος. Κύριο μειονέκτημά τους ήταν η μικρή ταχύτητα και το ότι ήταν χαμηλά για ωκεανοπλοΐα. Νεωτερισμός σε αυτά ήταν η ευρεία χρήση ηλεκτροκίνητων μηχανημάτων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα κατέβαλε γι’ αυτά 3.130.000 λίρες έναντι των 2.700.000, με τις οποίες προσφερόταν το Ρίο ντε Τζανέιρο. Κατόπιν, αγοράστηκε, πάλι από την Αμερική, το εύδρομο Ἕλλη, 2100 τόνων, 20 Knots, με πανάρχαιο πυροβολικό, το οποίο είχαν παραγγείλει οι Κινέζοι και μετά το απέρριψαν. Το Ἕλλη έμελλε να βυθιστεί από τους Ιταλούς στην Τήνο (ο τορπιλισμός της Ἕλλης), στις 15 Αυγούστου του 1940.

Παράλληλα με τις παραπάνω καταστάσεις, η υπόθεση του Σαλαμίς είχε πολύ άσχημη κατάληξη. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 1912, διατυπώθηκαν απόψεις ότι έπρεπε η Ελλάδα να αποκτήσει ένα πραγματικό dreadnought. Έτσι, οι εργασίες ανεστάλησαν μέχρι να ολοκληρωθούν τα νέα χαρακτηριστικά του πλοίου, αλλά μέσα στο 1912, ξανάρχισαν για να σταματήσουν και πάλι τον Δεκέμβριο του 1914 λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ελληνική Κυβέρνηση απέρριψε το πλοίο και οι οικονομικές διαφορές με τα γερμανικά ναυπηγεία τακτοποιήθηκαν πολύ αργότερα, για την ακρίβεια το 1932, με σοβαρή οικονομική ζημία για το ελληνικό δημόσιο, αφού έπρεπε να πληρωθούν άλλες 30.000 λίρες, εκτός από την προκαταβολή των 450.000 λιρών, που είχε ήδη καταβληθεί.

Τέλος, στο πλαίσιο των επεμβάσεων των Συμμάχων στα εσωτερικά της Ελλάδας, τον Σεπτέμβριο του 1916, οι Γάλλοι κατέλαβαν τον ελαφρό Ελληνικό Στόλο, δηλαδή την Ἕλλη, 14 αντιτορπιλικά, 5 τορπιλοβόλα, 2 υποβρύχια και 8 βοηθητικά. Τα θωρηκτά Κιλκίς και Λήμνος, καθώς και το θωρακισμένο καταδρομικό Ἀβέρωφ είχαν παροπλιστεί στον Ναύσταθμο· διατηρούσαν μόνο το ένα τρίτο των πληρωμάτων τους, ενώ τους είχαν αφαιρεθεί τα κλείστρα των πυροβόλων, οι τορπίλες και τα πυρομαχικά.

Ενώ λοιπόν το Ελληνικό Ναυτικό απαρχαιώνεται, το Οθωμανικό ενδυναμώνεται με δύο ακόμη πλοία. Τα δύο γερμανικά θωρηκτά Goeben (τύπου Magdeburg) και Breslau (τύπου Moltke) με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έρχονται στην ανατολική Μεσόγειο, φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη και τον Αύγουστο του 1914, παραδίδονται στο Οθωμανικό Ναυτικό και ονομάζονται το πρώτο, Yavuz Sultan Selim και το δεύτερο, Midili.

Η δράση του Ναυτικού στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

α) Ο Εθνικός Διχασμός και η κατάληψη του Ελληνικού Στόλου από τους Συμμάχους

Η διάσταση απόψεων μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά σχετικά με την εμπλοκή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων θα οδηγήσει σε μια παρατεταμένη κυβερνητική κρίση. Τον Φεβρουάριο του 1915, έγινε η πρώτη παραίτηση του Βενιζέλου. Στις εκλογές του Μαΐου 1915 (οι πρώτες εκλογές που ψηφίζουν και οι Θεσσαλονικείς) επικράτησε εκ νέου ο Βενιζέλος για να παραιτηθεί λίγο αργότερα. Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1915, η Βουλγαρία κηρύξε επιστράτευση και εκδήλωσε τις αναθεωρητικές της βλέψεις (11 Οκτωβρίου 1915) με στρατιωτική επίθεση στη Σερβία.

Ο Βενιζέλος ενεργώντας αντισυνταγματικά, χωρίς να πάρει τη συναίνεση του βασιλιά και την έγκριση της Βουλής, κάλεσε βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις να αποβιβαστούν στη Θεσσαλονίκη για να εξαναγκάσουν την Ελληνική Κυβέρνηση να εγκαταλείψει την πολιτική της ουδετερότητας. Στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας συγκεντρώθηκαν 125.000 Γάλλοι και 100.000 Άγγλοι στρατιώτες. Η διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων ανατέθηκε στον στρατηγό Σαράιγ (Sarail).

Στα τέλη Δεκεμβρίου, γερμανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν συμμαχικές θέσεις, ενώ στις 26 Ιουνίου 1916, οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κατέλαβαν τα στενά και το οχυρό του Ρούπελ. Στη συνέχεια, εισχώρησαν στην ανατολική Μακεδονία. Ο ελληνικός πληθυσμός υπέστη δριμεία μεταχείριση από τους Βουλγάρους.

Ο Σαράιγ αντέδρασε κηρύσσοντας τη Θεσσαλονίκη σε κατάσταση πολιορκίας και καταλαμβάνοντας το νησί της Θάσου. Στις 9 Ιουνίου του 1916, αγγλογαλλική διάσκεψη στο Λονδίνο αποφάσισε τον ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας. Εκδόθηκε μάλιστα ανακοινωθέν που απαιτούσε την παραίτηση της κυβέρνησης, νέες εκλογές, ανάκληση της επιστράτευσης και την απομάκρυνση των στρατιωτικών και των πολιτικών ανώτερων διοικητικών στελεχών που ήταν εχθρικώς διακείμενοι προς την Αντάντ. Οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι από την άλλη, κατέλαβαν το λιμάνι της Καβάλας κι έστειλαν την ελληνική φρουρά 8.000 ανδρών σε στρατόπεδα της Γερμανίας.

Στις 29 Αυγούστου του 1916, στη Θεσσαλονίκη εκδηλώθηκε το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης, το οποίο υποστηρίχθηκε από τον Σαράιγ. Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην πατρίδα του, την Κρήτη, και από εκεί ανήγγειλε τη δημιουργία μιας προσωρινής κυβέρνησης με έδρα τη Θεσσαλονίκη, όπου αποβιβάστηκε στις 9 Οκτωβρίου. Οι Σύμμαχοι αναγνώρισαν de facto την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, ενώ επέτειναν τις πιέσεις τους στην κυβέρνηση των Αθηνών. Άγγλοι και Γάλλοι αξιωματικοί πήραν στα χέρια τους τον έλεγχο των σιδηροδρόμων, των ναυστάθμων και των οχυρώσεων της Αθήνας.

Την 1η Δεκεμβρίου, ο Γάλλος ναύαρχος Dartige du Fournet (Νταρτίζ ντι Φουρνέ) αποβίβασε 2.500 άνδρες για να ελέγξει την πρωτεύουσα. Γύρω από το Ζάππειο, τον Εθνικό Κήπο και στον λόφο του Φιλοπάππου έγιναν οδομαχίες μεταξύ των Γάλλων στρατιωτών και των λεγόμενων επιστράτων. Ο γαλλοβρετανικός στόλος άνοιξε πυρ και εξήντα τέσσερις οβίδες έπεσαν στην πόλη. Τις δύο επόμενες μέρες ξέσπασε απηνής διωγμός εναντίον των βενιζελικών. Στις 11 Ιουνίου 1917, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί επέδωσαν τελεσίγραφο στον Έλληνα πρωθυπουργό που απαιτούσε την παραίτηση του βασιλιά μέσα σε 24 ώρες, καθώς και τον αποκλεισμό του πρίγκιπα διαδόχου από τον θρόνο. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος παραιτήθηκε κι έφυγε εξόριστος στην Ελβετία· τον αντικατέστησε ο μικρότερος γιος του, Αλέξανδρος ο Α΄ (1893-1920). Στις 27 Ιουνίου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος γινόταν και πάλι πρωθυπουργός της Ελλάδος.

Στο πλαίσιο των πιέσεων των Συμμάχων της Αντάντ προς το Κράτος των Αθηνών, οι Γάλλοι κατέλαβαν τον ελαφρό Ελληνικό Στόλο, ενώ τα θωρηκτά, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρέμεναν παροπλισμένα. Μετά την έξωση του βασιλιά, την επιστροφή του Βενιζέλου και την ενοποίηση της Ελλάδος, άρχισε η σύντονη προσπάθεια ανασυγκρότησης του Ναυτικού με ηγέτη, όπως και στους Βαλκανικούς Πολέμους, τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Τα πλοία και ο Ναύσταθμος επεστράφησαν στην Ελλάδα, αλλά σε κακή κατάσταση. Προτεραιότητα δόθηκε στο θωρακισμένο καταδρομικό Γεώργιος Ἀβέρωφ και στα λεγόμενα θηρία (Λέων, Ἱέραξ, Ἀετός, Πάνθηρ).

Με τη λήξη του πολέμου, η Ελλάδα συγκαταλεγόταν στις νικήτριες δυνάμεις. Στον Μούδρο της Λήμνου υπεγράφη η ανακωχή μεταξύ των Συμμάχων της Αντάντ και της ηττηθείσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (17/30 Οκτωβρίου 1918). Το Γεώργιος Άβέρωφ κατέπλευσε με τη συμμαχική δύναμη στον Βόσπορο. Την 14η Νοεμβρίου του 1918 αγκυροβόλησε μπροστά στο σουλτανικό ανάκτορο του Ντολμά Μπαχτσέ, προκαλώντας ακράτητο ενθουσιασμό στους Έλληνες. Το Ελληνικό Ναυτικό ήταν παρόν στη σημαντικότερη στιγμή του Έθνους, όταν μετά από τόσους αιώνες οι Έλληνες έμπαιναν θριαμβευτές στην πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Βυζαντίου.

Η ίδρυση του Ναυτικού Αεροπορικού Σώματος (ΝΑΣ)

και η δράση του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Με τον νόμο 257/1914 συστάθηκε το Σώμα Αεροπόρων Β. Ναυτικού. Στη συνέχεια, εκδόθηκε κανονιστικό διάταγμα, το οποίο καθόριζε τα σχετικά με την κατάταξη, την εκπαίδευση, την ίδρυση σχολείων, τη διάθρωση, ονομασία και διοίκηση των μονάδων καθώς και τις στολές του προσωπικού. Οι ιπτάμενοι προέρχονταν από τις τάξεις των μαχίμων αξιωματικών και από ιδιώτες αεροπόρους, οι οποίοι προσελήφθησαν με πενταετή υποχρέωση παραμονής.

Το 1914 άρχισε και η κατασκευή του πρώτου αεροδρομίου μεταξύ Σκαραμαγκά και Ελευσίνας, όπου θα έδρευε το Ναυτικό Αεροπορικό Σώμα (ΝΑΣ). Στο αεροδρόμιο αυτό, στη Σχολή Αεροπόρων του Β. Ναυτικού, εκπαιδεύτηκαν από τους Βρετανούς οι πρώτοι αξιωματικοί του Β.Ν., συμπεριλαμβανομένου και του σημαιοφόρου Α. Μωραϊτίνη. Στην εκπαίδευση, χρησιμοποιούνταν το Sopwith Greek Seaplane καθώς και υδροπλάνα τύπου Henry Farman HF.22. Σύντομα, η σχολή μεταφέρθηκε στο Παλαιό Φάληρο για διαφόρους λόγους, ένας από τους οποίους ήταν και η ακαταλληλότητα του εδάφους στην προηγούμενη τοποθεσία.

Τον Απρίλιο του 1915 εντάχθηκε για πρώτη φορά επίσημα στη σύνθεση του Στόλου ο αεροπορικός στολίσκος, ενώ συστάθηκε αεροπορικό τμήμα στο Υπουργείο Ναυτικών. Τον Σεπτέμβριο του 1916 ομάδα αεροπόρων με επικεφαλής τον ανθυποπλοίαρχο Αριστείδη Μωραϊτίνη εστάλη για εκπαίδευση στη Βρετανική Σχολή Αεροπορίας. Παράλληλα, η προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης αποφάσισε με διάταγμα της 12ης Οκτωβρίου 1916 την ίδρυση Ναυτικού Αεροπορικού Σώματος. Προβλεπόταν και η κατάταξη σε αυτό ιδιωτών με πτυχίο αεροπόρου. Έτσι, με διάταγμα της 3ης Νοεμβρίου 1916, εκλήθησαν για κατάταξη παρατηρητές αξιωματικοί και ιδιώτες κάτοχοι πτυχίου στρατιωτικού αεροπόρου ή της Διεθνούς Αεροπορικής Ένωσης.

Με την ψήφιση του νόμου 788/1917 κατοχυρώθηκαν όσοι αεροπόροι είχαν καταταγεί βάσει των προαναφερθέντων διαταγμάτων της προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης. Η ανασυγκρότηση του Σώματος ανατέθηκε στους Βρετανούς. Το ΝΑΣ Διοικητικά υπαγόταν στο Υπουργείο Ναυτικών, αλλά επιχειρησιακά στην Αεροπορική Διοίκηση των βρετανικών ναυτικών δυνάμεων. Οι Βρετανοί επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην εκπαίδευση. Επειδή οι ανάγκες για προσωπικό δεν ικανοποιούνταν, από το καλοκαίρι του 1917 λειτούργησε στο Παλαιό Φάληρο προσωρινό σχολείο αεροπορικής εκπαίδευσης, ενώ λίγο αργότερα αποφασίστηκε η αποστολή αεροπόρων στη Βρετανική Αεροπορική Σχολή της Ηλιούπολης στην Αίγυπτο.

Με τον νόμο 1315/1918 Περὶ συγκροτήσεως καὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ναυτικῆς Ἀεροπορικῆς Ὑπηρεσίας, η ΝΑΥ αποτελούνταν από μια πτέρυγα των τριών ανθυποβρυχιακών μοιρών (με τρία σμήνη η καθεμία), μια ανεξάρτητη αντιαεροπορική μοίρα, ένα ανεξάρτητο σμήνος εκπαίδευσης, καθώς και βοηθητικές υπηρεσίες. Στη ΝΑΥ υπάγονταν η Ναυτική Αεροπορική Βάση Παλαιού Φαλήρου, η Αεροπορική Βάση Καζαβιτίου Θάσου, η Αεροπορική Βάση Ρωμανό Μούδρου, η Η1 Μοίρα με έδρα τη Θάσο, η Η2 Μοίρα με έδρα το Μούδρο, η Η3 Μοίρα με έδρα το Σταυρό Χαλκιδικής και η Η4 Μοίρα με έδρα τα Λεγραινά. Οι Μοίρες Η1, Η2 και Η3 αποτελούσαν μία Πτέρυγα. Τη διοίκηση της ΝΑΥ διατήρησε ο υποπλοίαρχος Αρ. Μωραϊτίνης.

α) Το ΝΑΣ στο Μακεδονικό Μέτωπο

Η Ναυτική Αεροπορία πριν από την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο ήταν εμπόλεμο σώμα με Έλληνα διοικητή και υπαγόταν κατά τα άλλα στην αγγλική αεροπορία Αιγαίου. Κατά το πρώτο στάδιο της δράσης της, η Ναυτική Αεροπορία είχε δύο κυρίως βάσεις, τη μία στο αεροδρόμιο Ρωμανό Μούδρου και την άλλη στο αεροδρόμιο Καζαβιτίου Θάσου.

Το αεροδρόμιο Καζαβιτίου διέθετε επτά μαχητικά αεροπλάνα, δύο Henri Farman, τρία Sopwith Bomber και δύο Sopwith Fighter. Όλα τα αεροπλάνα ήταν παλαιά και μικρών επιδόσεων. Οι ταχύτητές τους δεν περνούσαν τους 80 κόμβους, ενώ τα φτερά τους έσπαζαν ή διπλώνονταν κάθε φορά που ξεπερνούσαν το όριο ταχύτητας. Στο αεροδρόμιο Μούδρου, όπου έδρευε και η διοίκηση του ΝΑΣ, υπήρχαν 26 μαχητικά αεροπλάνα, πέντε Sopwith Fighter, τέσσερα Sopwith Bomber, πέντε μονοθέσια Sopwith Pup, έξι εκπαιδευτικά Β.Ε.-2 και Β.Ε.-2Ε, πέντε Henri Farman και ένα Sopwith Threeplane, τύπος αεροπλάνου δίωξης, που όμως απέτυχε στην εφαρμογή και γι’ αυτό εγκαταλείφθηκε. Με αυτό τον τελευταίο τύπο αεροπλάνου πετούσε μόνο ο υποπλοίαρχος Μωραϊτίνης. Σαράντα τρία αεροπλάνα αποτελούσαν τον μάχιμο αεροπορικό στόλο του Ναυτικού. Η Ναυτική Αεροπορία δρούσε στις περισσότερες αποστολές με Henri Farman, με τα οποία είχε και τα περισσότερα ατυχήματα.

Στο Μακεδονικό Μέτωπο, η γερμανική αεροπορία με κύριο ορμητήριο το αεροδρόμιο Ζέρεβιτς, διατηρούσε την υπεροχή απέναντι στις γαλλικές και βρετανικές αεροπορικές δυνάμεις. Η αεροπορική αδυναμία των Συμμάχων στη Μακεδονία οφειλόταν στην προτεραιότητα που έδιναν στην κάλυψη του Δυτικού Μετώπου αλλά και στη ραγδαία αύξηση της γερμανικής αεροπορικής δύναμης. Το νέο γερμανικό καταδιωκτικό Fokker αποδείχθηκε τρομερή απειλή και καθήλωσε τις συμμαχικές αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η γερμανική υπεροχή είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή παρενόχληση του αεροδρομίου της Θάσου, το οποίο οι Γερμανοί το έπληξαν πολλές φορές προκαλώντας σοβαρές ζημιές. Μέχρι το τέλος του 1916 η γερμανική αεροπορία είχε την υπεροχή μέχρις ότου οι Σύμμαχοι αντιπαρέταξαν τα νέου τύπου αεροσκάφη Nieuport, Spad  (γαλλικά) και Bristol (αγγλικό) και έτσι αποκαταστάθηκε η ισορροπία.

Οι εκπαιδευόμενοι Έλληνες αεροπόροι λόγω της γερμανικής πίεσης αναγκάστηκαν να περιορίσουν τον χρόνο εκπαιδεύσεώς τους και άρχισαν ταχύτατα τις πολεμικές επιχειρήσεις. Πέρα από όλες τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν, είχαν και τη δυσπιστία των Άγγλων, η οποία υπερνικήθηκε από τον Μωραϊτίνη, ο οποίος κατήρτισε ιδιότυπο εκπαιδευτικό σύστημα, κατά το οποίο η εκπαίδευση των μαθητών γινόταν στο πεδίο της μάχης σε πραγματικές συνθήκες. Κάθε εκπαιδευτική πτήση ήταν και μία αποστολή. Πρώτος πήγαινε ο Μωραϊτίνης ως αρχηγός σχηματισμού οδηγώντας τους μαθητές στο πεδίο της μάχης. Το Ναυτικό Αεροπορικό Σώμα είχε αξιόλογες επιτυχίες στο πεδίο της μάχης και οι Έλληνες αεροπόροι απέσπασαν τον θαυμασμό των Συμμάχων καθιστώντας τους παράδειγμα προς μίμηση.

Λόγω των μεγάλων αναγκών του πολέμου, ο Μωραϊτίνης χρησιμοποιούσε πρωτάρηδες σε αποστολές, στις οποίες οι Βρετανοί συνήθως ανέθεταν σε πιλότους δύο και τριών ετών. Για λόγους ασφαλείας οι μαθητές συνοδεύονταν από τους εκπαιδευτές τους, παρόλο που τα αεροπλάνα δεν ήταν διπλού χειρισμού. Ο μαθητής Δημ. Αργυρόπουλος μαζί με τον εκπαιδευτή Μελετόπουλο ως παρατηρητή βομβάρδισε επιτυχώς τη γέφυρα Γενήκιοϊ. Ένας άλλος μαθητής, ο Σκουφόπουλος, κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του βομβάρδισε το πυροβολείο της υπό βουλγαρική κατοχή Καβάλας. Οι μαθητές του Μωραϊτίνη βομβάρδισαν τους σιτοβολώνες της Κεραμωτής προκαλώντας σημαντικό πρόβλημα στον εχθρό. Στόχοι των επιδρομών υπήρξαν η Χρυσούπολη κοντά στο Νέστο, η Δράμα και το ορμητήριο της Γερμανικής και Βουλγαρικής Αεροπορίας, το αεροδρόμιο Ζέρεβιτς.

 Οι Σύμμαχοι μετά τις επιτυχείς ενέργειες της Ναυτικής Αεροπορίας ενέκριναν τη συγκρότηση πλήρους ελληνικής μονάδας, τη λεγόμενη Μοίρα Ζ, η οποία απέκτησε αργότερα υπόστεγο και αεροπλάνα διώξεως και βομβαρδισμού, τύπου Farman 155 και Bristol.

Το πρωί της 4ης Ιουνίου 1917 ελληνικά βομβαρδιστικά απογειώθηκαν από τη Θάσο με αποστολή τον εμπρησμό των σιτηρών της πεδιάδας της Κεραμωτής. Σε αυτήν την αποστολή κατόπιν διώξεως από γερμανικό αεροσκάφος τύπου Fokker, βρήκε τον θάνατο ο χειριστής του ελληνικού βομβαρδιστικού Δημ. Αργυρόπουλος, ενώ ο παρατηρητής Π. Ψύχας τινάχτηκε στο νερό. Ο Ψύχας εν μέσω πυκνών πυρών βουλγαρικού πυροβολικού, κολύμπησε προς τον νεκρό Αργυρόπουλο και θεωρώντας ότι έχει λιποθυμήσει, τον έδεσε σε ένα φτερό του αεροσκάφους ούτως ώστε να μπορεί ν’ αναπνέει. Αγγλικό αεροσκάφος που ερευνούσε την περιοχή για να τους μαζέψει όχι μόνο δεν κατάφερε να τους μαζέψει λόγω της θαλασσοταραχής αλλά και κατέπεσε στη θάλασσα.

 

Ο νεκρός Αργυρόπουλος βρέθηκε τελικά από ένα βρετανικό αντιτορπιλικό ενώ ο Ψύχας συνέχισε να είναι άφαντος. Τελικά, περισώθηκε από περαστικό πλοιάριο. Ο Αργυρόπουλος ήταν ο πρώτος νεκρός αεροπόρος, ενώ ο Ψύχας τιμήθηκε για την αυτοθυσία του από τη βρετανική διοίκηση με τον Αεροπορικό Σταυρό διακεκριμένων υπηρεσιών.

 

β) Επιχειρήσεις στα Δαρδανέλια

Από το καλοκαίρι του 1917 οι επιχειρήσεις επεκτάθηκαν προς τα Δαρδανέλια και την Κωνσταντινούπολη. Τον Ιούνιο του 1917, οι Βρετανοί αποφάσισαν να βομβαρδίσουν τα Στενά του Ελλησπόντου και την Κωνσταντινούπολη. Γι’ αυτό τον σκοπό, χρησιμοποιήθηκε ένα από τα μεγάλα βομβαρδιστικά Hadley Page με ορμητήριο τον Μούδρο. Σύμφωνα με την αποστολή, τα αεροσκάφη της μοίρας θα παρενοχλούσαν τα πυροβολεία των Στενών, τα οποία είχαν οργανωθεί από τους Γερμανούς. Η πρώτη έξοδος του βομβαρδιστικού έγινε στις 24 Ιουνίου αλλά δεν είχε αποτέλεσμα γιατί μηχανική βλάβη το ανάγκασε να επιστρέψει στον Μούδρο. Η αποστολή επαναλήφθηκε την επομένη ενώ οι Μωραϊτίνης, Μελετόπουλος, Χαλκιάς και Κωνσταντίνου εκτελούσαν πτήσεις πάνω από τα Στενά. Σε αυτή την αποστολή βρήκαν τον θάνατο ο χειριστής σημαιοφόρος Ιωάννης Χαλκιάς και ο παρατηρητής, επίσης σημαιοφόρος, Βαρθολομαίος Λάζαρης, των οποίων το αεροσκάφος πιθανώς κατέπεσε σε τουρκικό έδαφος.

Οι επιδρομές στα Δαρδανέλια κράτησαν πέντε μέρες και στο διάστημα αυτό εβλήθησαν σημαντικότατοι στόχοι. Ο Μωραϊτίνης, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός, αιφνιδίασε τα πυροβολεία του Τσανάκ Καλέ και χτύπησε το φρούριο και τα γειτονικά εργοστάσια από ύψος 250 μέτρων εν μέσω αντιαεροπορικών πυρών. Για τη δράση της Ναυτικής Αεροπορίας κατά τη διάρκεια του πενθημέρου, οι Έλληνες αξιωματικοί που πήραν μέρος στις επιχειρήσεις, έλαβαν τιμητικές διακρίσεις από τον βασιλέα της Μ. Βρετανίας.

 

γ) Η έξοδος του Goeben

Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο Οθωμανικός Στόλος είχε ενισχυθεί με δύο γερμανικά θωρηκτά το Goeben (Γκαίμπεν) και το Breslau (Μπρεσλάου), τα οποία είχαν μετονομαστεί σε Yavuz Sultan Selim και Midili αντίστοιχα. Αυτά τα δύο πλοία είχαν μείνει ακινητοποιημένα λόγω έλλειψης γαιανθράκων, διότι η Ρωσία είχε επιβάλει αποκλεισμό από το καλοκαίρι του 1916. Ο αποκλεισμός κράτησε μέχρι το τέλος του 1917, όταν η κομμουνιστική πλέον Ρωσία υπέγραψε ανακωχή με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Οι Γερμανοί αποφάσισαν τότε να πραγματοποιήσουν έξοδο των πλοίων από τα Στενά για να πλήξουν τις συμμαχικές ανθυποβρυχιακές συνοδείες, τα πλοία που ορμούσαν στον Μούδρο, ενώ το σχέδιο δράσης επεκτεινόταν μέχρι και τη Θεσσαλονίκη.

Την αυγή της 20/1/1918 τα δύο θωρηκτά περνούσαν τα Στενά, αλλά το Γκαίμπεν έπεσε πάνω σε νάρκη των Συμμάχων κι έπαθε ελαφρές ζημιές. Εντούτοις, συνέχισαν την πορεία τους προς την Ίμβρο, της οποίας το λιμάνι δέχθηκε τη σφοδρή επίθεση των δύο πλοίων. Μόνο δύο βρετανικά αντιτορπιλικά και τα υπόστεγα της αεροπορικής βάσεως διέφυγαν της καταστροφής. Παρ’ όλα αυτά, το Γκαίμπεν εντελώς αναπάντεχα έκανε στροφή 180ο πιθανότατα λόγω βλάβης από την πρόσκρουση σε νάρκη.

Ο Βρετανός ναύαρχος διέταξε όλες τις ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις να επιτεθούν κατά των δύο θωρηκτών. Ο Συμμαχικός Στόλος δεν κατάφερε να αντιδράσει λόγω του αιφνιδιασμού, αλλά οι αεροπορικές δυνάμεις ενήργησαν άμεσα. Πρώτα κινητοποιήθηκε η Αεροπορία Ίμβρου με αεροσκάφη αναγνώρισης και δίωξης και στη συνέχεια, η Αεροπορία Μούδρου με βομβαρδιστικά. Τέλος, κατέφθασε και η Αεροπορία Θάσου. Λόγω του ότι ήδη τα αεροσκάφη της Ίμβρου παρενοχλούσαν το Γκαίμπεν, το Μπρεσλάου έκανε κίνηση να τεθεί επικεφαλής, ούτως ώστε να απελευθερωθεί ο πίσω χώρος για να μπορούν να δράσουν τα αντιαεροπορικά του Γκαίμπεν. Κατά την κίνηση αυτή, το Μπρεσλάου κατέπεσε σε νάρκη των Συμμάχων και έμεινε ακυβέρνητο. Το Γκαίμπεν επιχείρησε να πλησιάσει για να βοηθήσει το Μπρεσλάου, αλλά το ακυβέρνητο πλοίο κτύπησε και σε δεύτερη νάρκη, ενώ τα αεροσκάφη και τα βρετανικά πλοία Tiger (καταδρομικό μάχης) και Lizard (αντιτορπιλικό) εμπόδιζαν την προσέγγιση.

Τότε το Μπρεσλάου απαγκιστρώθηκε μόνο του, αλλά μέσα στην προσπάθειά του έπεσε διαδοχικά σε τέσσερις νάρκες και άρχισε να βυθίζεται. Το Γκαίμπεν αποφάσισε να επιστρέψει στα Στενά από τον συντομότερο δρόμο, ενώ το καταδίωκαν δεκάδες αεροπλάνα με επικεφαλής τον πλωτάρχη Μωραϊτίνη μέχρι την είσοδο των Στενών. Εκεί, προς κάλυψη του Γκαίμπεν, κατέφθασαν τουρκικά τορπιλοβόλα σμήνος γερμανικών αεροσκαφών. Σε αυτό το σημείο, διεξήχθη σφοδρή αερομαχία μεταξύ του Μωραϊτίνη και γερμανικών καταδιωκτικών, κατά την οποία κατέρριψε δύο. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Ίμβρο για να εφοδιαστεί σε καύσιμα και επέστρεψε άμεσα στη μάχη.

Πάνω ακριβώς από το σημείο όπου βρισκόταν το Γκαίμπεν, ο Μωραϊτίνης δέχθηκε επίθεση σμήνους γερμανικών αεροσκαφών, από τα οποία έριξε ένα. Στη συνέχεια όμως, τα δύο πυροβόλα του έπαθαν εμπλοκή με αποτέλεσμα ο εχθρός να μπορεί να δράσει ανενόχλητος. Πράγματι, το αεροπλάνο του Μωραϊτίνη βλήθηκε στον κινητήρα και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ίμβρο. Εκεί πήρε ένα άλλο αεροσκάφος και πέταξε πάλι προς το πεδίο της μάχης και διενήργησε περιπολίες πάνω από τα Δαρδανέλια για δύο ώρες μέσα σε πυκνά πυρά των εχθρικών επάκτιων πυροβολείων.

Το Γκαίμπεν προσάραξε στα ρηχά του Ναγαρά κι έδωσε τεράστια ευκαιρία στους Συμμάχους να το βάλουν αποφασιστικά, αφού το πλοίο έμεινε καθηλωμένο για πέντε μέρες. Η Συμμαχική Αεροπορία επιχειρούσε κατά του Γκαίμπεν νυχθημερόν όλο το πενθήμερο, θέτοντας τελικά το γερμανικό θωρηκτό εκτός μάχης. Σε αυτές τις επιχειρήσεις συμμετείχε ολόκληρη η Ελληνική Ναυτική Αεροπορία και δυστυχώς, θρήνησε την απώλεια του ανθυποπλοιάρχου Σπυρ. Χάμπα, ο οποίος στις 8 Ιανουαρίου του 1918, με αεροπλάνο τύπου Sopwith Bomber διενήργησε βομβαρδισμό από 150 μέτρα κατά του Γκαίμπεν, αλλά καταρρίφθηκε από τα επάκτια πυροβολεία.

Μετά τις επιχειρήσεις κατά των δύο γερμανικών θωρηκτών, οι Σύμμαχοι κυριολεκτικά λάτρεψαν τον Μωραϊτίνη και τους άθλους του. Η Βρετανική Κυβέρνηση σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του δώρισε ένα αεροσκάφος De Havilland-9, πάνω στο οποίο τοποθετήθηκε πλάκα που έγραφε To the Commander A. Moraitinis D.S.O. Οι επιχειρήσεις κατά των Γκαίμπεν και Μπρεσλάου ήταν οι πρώτες αεροσκαφών εναντίον βαρέων πλοίων και κατέδειξαν τον σημαντικό κίνδυνο που διατρέχουν τα πλοία από αεροπορικές επιδρομές.

 

δ) Επιχειρήσεις στο Ανατολικό Αιγαίο, στα παράλια της Μικράς Ασίας και την Ανατολική Μακεδονία

Λίγες εβδομάδες μετά την έξοδο του Γκαίμπεν, η Γερμανική Αεροπορία εξαπέλυσε βομβαρδισμό αντιποίνων κατά των Συμμάχων. Βομβάρδισαν την Ίμβρο, καταστρέφοντας όσα υπόστεγα είχαν απομείνει από την επιδρομή των θωρηκτών, καθώς και τα αεροσκάφη της Αεροπορικής Βάσης Λύχνων του Μούδρου, στο λιμάνι του οποίου ορμούσε όλος ο Συμμαχικός Στόλος της Μεσογείου. Οι Σύμμαχοι απάντησαν με βομβαρδισμό των εχθρικών βάσεων στη Σμύρνη και τη Δράμα.

Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1918 ο πλωτάρχης Μωραϊτίνης με υδροπλάνο Φαρμάν προσθαλασσώθηκε νύχτα στο λιμάνι της Σμύρνης απαρατήρητος, πλεύρισε το ελληνικό ατμόπλοιο Κωνσταντίνος, το οποίο παρέμενε αποκλεισμένο στο λιμάνι και περικυκλωμένο από γερμανικά πολεμικά πλοία, διανυκτέρευσε στο ελληνικό πλοίο και στη συνέχεια, με το πρώτο φως της ημέρας, ανυψώθηκε και βομβάρδισε το γερμανικό καταδρομικό, που ήταν αγκυροβολημένο δίπλα στο ελληνικό ατμόπλοιο. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε σύγχυση και πανικό στους εχθρούς, οι οποίοι έβαλαν με τα αντιαεροπορικά τους όπλα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Έλληνας αεροπόρος δεν πτοήθηκε και βομβάρδισε ανελέητα τις στρατιωτικές θέσεις και τις αποθήκες του εχθρού. Τέλος, βγήκε στο Αιγαίο πριν οι Γερμανοί αεροπόροι απογειωθούν για να τον αντιμετωπίσουν.

Στην Ανατολική Μακεδονία, μόνιμος στόχος της Ναυτικής Αεροπορίας ήταν το γερμανικό αεροδρόμιο Ζέρεβιτς. Στις 21 Ιουνίου εκτελέστηκε αποστολή εναντίον του γερμανικού αεροδρομίου με αρχηγό τον Μωραϊτίνη. Ο Μωραϊτίνης οδηγούσε ένα αεροπλάνο Sopwith Fighter, ενώ παρατηρητής ήταν ο υποπλοίαρχος Παναγιώτου. Ο βομβαρδισμός του αεροδρομίου ήταν επιτυχής και οι Έλληνες αεροπόροι αφού φωτογράφησαν τις εγκαταστάσεις του Ζέρεβιτς επέστρεψαν στη Θάσο.

Στη συνέχεια, διενεργήθηκε επιχείρηση κατά του αεροδρομίου Γαλατά, το οποίο ήταν ορμητήριο των Γερμανών αεροπόρων. Η επίθεση αυτή εκτελέστηκε από την Η2 Μοίρα υπό την αρχηγία του διοικητή της Μοίρας, Ν. Μελετόπουλου. Το αεροσκάφος του Ν. Μελετόπουλου και του Γ. Μωραϊτίνη έπεσε στη θάλασσα λόγω μηχανικής βλάβης. Οι δύο αεροπόροι παρέμειναν όλη τη νύχτα πλησίον του αεροσκάφους που επέπλεε μέχρι που περισυλλέγησαν από βρετανικό αντιτορπιλικό.

Κατά τα μέσα Ιουλίου απόσπασμα της Η2 Μοίρας εγκαταστάθηκε στο αεροδρόμιο της Καλλονής της Λέσβου με σκοπό την εξουδετέρωση της αεροπορίας των Τούρκων, η οποία εκείνη την περίοδο διεξήγε έντονες επιχειρήσεις εναντίον των νησιών της Μυτιλήνης, της Χίου και της Σάμου. Η εγκατάσταση αυτή έγινε με πρωτοβουλία του Α. Μωραϊτίνη, ο οποίος μάλιστα, τέθηκε επικεφαλής του αποσπάσματος. Οι ιθύνοντες της εχθρικής αεροπορίας, όταν έμαθαν την άφιξη του αποσπάσματος, ανέστειλαν όλες τις επιχειρήσεις εναντίον των νησιών του Αιγαίου. Παρ’ όλα αυτά, η Ναυτική Αεροπορία δεν περιορίστηκε σε παθητικό ρόλο, αλλά ανέπτυξε έντονη δράση εναντίον των θέσεων της Μ. Ασίας. Στις 20 Ιουλίου του 1918 εκτελέστηκε βομβαρδισμός εναντίον των αεροπορικών βάσεων Μαγνησίας, Σαντζάκ Καλέ, καθώς και των εγκαταστάσεων της Σμύρνης. Στις 21 Ιουλίου επαναλήφθηκε η επίθεση προς τις ίδιες περιοχές, κατά τη διάρκεια της οποίας βομβαρδίστηκαν το αεροδρόμιο Μαινεμένης και η γέφυρα του δημόσιου δρόμου της Μαγνησίας. Στις επόμενες μέρες, στόχος της Ναυτικής Αεροπορίας ήταν το αεροδρόμιο Καζαμίρ, έξω από τη Σμύρνη, στο οποίο πραγματοποίησε αναγνώριση από πολύ χαμηλό ύψος, ανάμεσα σε πυκνά πυρά των αντιαεροπορικών του Σαντζάκ-Καλέ.

Στα τέλη του Ιουλίου του 1918 το σμήνος υπό τον Μωραϊτίνη επέστρεψε στον Μούδρο, όπου συγκεντρώθηκε όλη η Η2 Μοίρα. Κατόπιν, επέστρεψε από την Ίμβρο και το υπό τον Ν. Μελετόπουλο σμήνος. Στη συνέχεια, η Η2 Μοίρα μεταστάθμευσε στο αεροδρόμιο Καζαβιτίου, όπου έδρευε η Η1 Μοίρα υπό τον υποπλοίαρχο Παναγιώτου. Οι δύο Μοίρες ανέλαβαν αποστολές βομβαρδισμού και φωτογράφησης στόχων στην περιοχή Ελευθερών, Καβάλας, Ζέρεβιτς, Σαρί Σαμπάν, οι οποίες κράτησαν μέχρι το τέλος του Αυγούστου. Οι Μοίρες αντιμετώπισαν πυκνά αντιαεροπορικά πυρά, ιδίως στην περιοχή της Καβάλας, την οποία επί ένα εικοσάλεπτο τη φωτογράφιζαν.

Η Η3 Μοίρα υπό τον Μελετόπουλο που έδρευε στον Σταυρό Χαλκιδικής, δρούσε στην περιοχή της Δράμας, ενισχύοντας τον στρατηγό Νεγρεπόντη. Η Η4 υπό τον ανθυποπλοίαρχο Κωνσταντίνου μεταστάθμευσε στα Λεγραινά, από όπου εκτελούσε ανθυποβρυχιακές περιπολίες κατά μήκος των ελληνικών ακτών, από όπου, σύμφωνα με πληροφορίες πρακτόρων, εφοδιάζονταν τα γερμανικά υποβρύχια.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1918 έγινε η τελευταία επιχείρηση της Ναυτικής Αεροπορίας με στόχο το αεροδρόμιο του Ναγαρά. Η Βρετανική Διοίκηση ήταν αυτή που αποφάσισε την επιχείρηση καθ’ όσον υπήρχαν πληροφορίες ότι επτά γερμανικά αεροπλάνα μεταφέρθηκαν σε αυτό το αεροδρόμιο. Ο πλωτάρχης Α. Μωραϊτίνης έστειλε δύο αεροσκάφη τύπου Φάρμαν να εξακριβώσουν την πληροφορία και να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και τα οχυρά. Το πρώτο αεροσκάφος όμως, με χειριστή τον Φράγκου και παρατηρητή τον Τσιριγώτη, λόγω μηχανικής βλάβης έπεσε στη θάλασσα και οι Έλληνες αεροπόροι συνελήφθησαν, μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και καταδικάσθηκαν σε θάνατο από τους Τούρκους. Ωστόσο, διέφυγαν της ποινής, διότι στο μεταξύ είχε γίνει ανακωχή. Το δεύτερο αεροσκάφος έπληξε κανονικά τον στόχο ρίχνοντας εναντίον του τρεις εκρηκτικές βόμβες. Το ελληνικό αεροσκάφος διέφυγε τα αντιαεροπορικά πυρά και επέστρεψε στη βάση του.

Το ίδιο χρονικό διάστημα (Σεπτέμβριος του 1918), η Ναυτική Αεροπορία ανανέωσε τον στόλο της με νέα αεροσκάφη τύπου DeHavilland-4, DeHavilland-9 και Sopwith Camel, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε περιπολίες λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου. Αυτά τα αεροσκάφη παρουσίαζαν δυσκολίες στην προσγείωση με μοιραία αποτελέσματα πολλές φορές. Χρησιμοποιούσαν ηλεκτρικούς συσσωρευτές για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στη μηχανή και όχι γεννήτρια, διότι οι γεννήτριες που είχαν παραχθεί από τους Άγγλους κατ’ απομίμηση των γερμανικών Bosch αποδείχθηκαν ελαττωματικές. Το πρόβλημα ήταν ότι κατά την προσγείωση του αεροσκάφους, μετά την παύση του κινητήρα του, οι συσσωρευτές συνέχιζαν να δίνουν ηλεκτρικό σπινθήρα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να αναφλέγεται η βενζίνη που τυχόν είχε χυθεί εξαιτίας οπής από θραύσμα. Τα Sopwith Camel δεν έλαβαν μέρος στον πόλεμο, γιατί, ενώ το προσωπικό εκπαιδευόταν σε αυτά, συνήφθη ανακωχή.

Στην ήδη αναφερθείσα δημοσίευση στη Ναυτική Επιθεώρηση, αναγράφονται τα εξής:

ΦΑΚΕΛΛΟΣ Β΄ Αεροπορικό Σώμα: Πετομηχαναί 92, Ιπτάμενον, Τεχνικόν, Βοηθητικόν προσωπικόν 1.020, Μαθητευόμενοι Ιπταμένου και τεχνικού 148, Φονευθέντες Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και ναύται 16. Σμήνος 1ον (Θάσου): Πολεμικαί Ενέργειαι από Στρυμόνος εως Γκιουμουλτζίναν. Ερρίφθησαν 1.000 περίπου βόμβαι εις Εχθρικά Αεροδρόμια και κατασκηνώσεις. Εφονεύθησαν 70% εκ του Ελληνικού προσωπικού. Σμήνος 2ον (Μούδρου): Εξετέλεσε περί τις 150 θαλάσσιας περιπολίας. Έρριψε πλέον των 100 βομβών επί εχθρικού εδάφους. Σμήνος 3ον (Μυτιλήνης): Εξετέλεσεν ανιχνεύσεις και βομβαρδισμούς. Σμήνος 4ον (Σταυρός Χαλκιδικής): Εξετέλεσεν ανιχνεύσεις και βομβαρδισμούς. Συνεργεία Μούδρου: ανεφωδίασαν δι’ αεροπορικών μηχανών την Ναυτικήν Αεροπορικήν Υπηρεσίαν δι’ επισκευές του συνόλου των βεβλαμμένων Βρεττανικών μηχανών και επισκευές των λοιπών.

Μετά την υπογραφή της ανακωχής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παράλληλα με την παρουσία του Ελληνικού Στόλου στα Στενά, στις 2 Νοεμβρίου 1918, το Η2 Σμήνος απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Ρωμανού Μούδρου και προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο του Αγ. Στεφάνου. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, πραγματοποίησε πτήση πάνω από την Κωνσταντινούπολη με τους Έλληνες αεροπόρους να κάνουν θεαματικούς ελιγμούς πάνω από την πόλη. Την τρίτη ημέρα από την άφιξη των Ελλήνων αεροπόρων, τούς δόθηκε άδεια να εισέλθουν στην Κωνσταντινούπολη φορώντας τη συμμαχική στολή. Παρ’ όλα αυτά, η εθνικότητά τους δεν παρέμεινε μυστική από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.

ε) Ο θάνατος του Α. Μωραϊτίνη

Στα τέλη Νοεμβρίου 1918 ο πλωτάρχης Μωραϊτίνης παρευρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για την παράδοση υλικού της Συμμαχικής Αεροπορίας στο ελληνικό Δημόσιο. Εκεί είχε φθάσει σιδηροδρομικώς. Όταν ήρθε η ώρα να επιστρέψει στην Αθήνα, ο Γάλλος ταγματάρχης Denain του παραχώρησε το προσωπικό του αεροσκάφος, ένα Bréguet Bré 14. Αν και το αεροσκάφος αυτό τού ήταν τελείως άγνωστο, απογειώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1918 υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Το αεροσκάφος κατέπεσε σε άγνωστη θέση και κανείς δεν έμαθε για την τύχη του, ενώ οι έρευνες δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Ο θάνατός του θεωρήθηκε εθνική απώλεια και τον θρήνησε όλη η Ελλάδα.

 


ΒΡΕΣ ΤΟΝ ΗΡΩΑ ΣΥΓΓΕΝΗ ΣΟΥ

Μπορείτε να αναζητήσετε τον συγγενή σας εδώ


Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού 

ΜΕΘ' ΟΡΜΗΣ ΑΚΑΘΕΚΤΟΥ 

ΕΠΙΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ 1821-1945

Παναγιώτης Γέροντας
Υποπλοίαρχος (ΕΦ/Ο) ΠΝ