Εκπαίδευση των Σχολών του Εμπορικού Ναυτικού με το «Ευγένιος Ευγενίδης»

 

training1

 

(αποσπάσματα από απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη του Α. Πατρινού, κυβερνήτη του ιστιοφόρου κατά την περίοδο χρήσης του ως εκπαιδευτικού για τους δοκίμους των σχολών του Εμπορικού Ναυτικού)

 

Είχα μια στιγμή, μια στιγμή, θυμάμαι, μια μπουνάτσα, των 3-4 μποφόρ, (τώρα για τα ιστιοπλοϊκά 3-4 μποφόρ δεν είναι τίποτα). Κάναμε εκπαιδευτικούς πλόες, δεκαπενθήμερους, εικοσαήμερους. Κάθε είκοσι μέρες αλλάζαμε γκρουπ (εννοώ σχολή). Έμπαινε η μια σχολή, έβγαινε η άλλη και ήταν προς το τέλος του καλοκαιριού, θυμάμαι, τέλος καλοκαιριού, πρέπει να' τανε, Σεπτέμβριος, πριν αρχίσουν τα σχολεία. Είχαμε πάρειον ανήφορο, είχαμε ένα ταξίδι Δωδεκάνησα-Κυκλάδες. Είχαμε πάει γύρω-γύρω, Δωδεκάνησα και ανεβαίναμε τώρα για Κυκλάδες, Πειραιά. Αυτός ο κύκλος να' ταν 15 ημερών, θυμάμαι, κάπου εκεί.

 

Μόλις περάσαμε την Οφοιδούσα (η Οφοιδούσα είναι το νοτιοδυτικό μέρος της Αστυπάλαιας), ανεβαίνοντας, βγάζει ένα βοριά- ΒΒΔ εξάρι, μετά εφτάρι, ανεβάζαμε πανιά, δώστου κατεβάζαμε πανιά... Γιατί όσο βλέπαμε αέρα, βάλε πανιά. Ήρθε κάποια στιγ μή και έχουμε βάλει 3 ράντες, 5 φλόκους, και πιάνει ένα εννιάρι, 10-9-10 μποφόρ και είχαμε σχεδόν πλαγιοδρομία, αν όχι 90 μοίρες, στις 80-70 μοίρες, όλα τα πανιά, πώς να τα κατεβάσουμε κάτω; Εν τω μεταξύ έπρεπε να φτάσουμε στη Νιό. Η Νιό είναι 82 μίλια από εκεί, ήταν και ο Τσάλλης μέσα τότε, τελευταίο του ταξίδι. Εγώ, κάποια στιγμή εκείνη την ώρα του λέω: "καπτάν Κώστα, κατεβάζουμε μερικούς φλόκους εκεί πέρα, να αντέξουν τα πανιά; Το σκάφος είναι παλιό". "Ξέρω 'γω;", μου λέει, "τι να κάνουμε τώρα που τα έχουμε ανεβάσει, τώρα έχουμε πάρει δρόμο", μου λέει, "τι να κάνουμε;".

 

..."Να ορτσάρουμε λίγο", του κάνω, "να κόψουμε λίγο το 'άδειασμα' των πανιών;" Όταν λέμε «αδειάζω πανιά», πάει να πει μικραίνω τη γωνία πρόσκρουσης του αέρα, πάνω. Δηλαδή, αν δέχομαι όλο τον αέρα τον δέχομαι έτσι, από τη μάσκα λίγο, οπότε η ταχύτητα πέφτει.

 

training2

 

Μεσημέριασε, όμως, και το απόγευμα 6 η ώρα θα σκοτείνιαζε, άστο τώρα, δεν βαριέσαι, θα δούμε τι θα κάνουμε, και προχωράμε. Εκεί κάναμε 4 ώρες και 10 λεπτά, το θυμάμαι, από την Οφοιδούσα μέχρι τη Νιό, 80 μίλια, 18.5-19 κόμβους την ώρα, να τρίζει ένα βαπόρι, να τρίζει ολόκληρο. Είχαμε μέσα, βέβαια, και χέρια πολλά, είχαμε τους μαθητάς. Οι μαθηταί λάμβαναν μέρος, δεν ήταν επιβάτες, έτσι; Όταν μπήκαμε πια μέσα στη Νιό, ήταν στο σούρουπο του. Λυσσομάναγε αλλά ορτσάραμε και μπήκαμε μέσα. "Να πάρουμε τα πανιά κάτω", μου λέει ο Τσάλλης. Το αγαπούσε πολύ το σκάφος. Τα πανιά του, το ταξίδι με τα πανιά, τρελαινόταν δηλαδή, τρελαινόταν. Και το σκάφος δεν έπαιρνε κλίση μεγάλη, παρά τη μεγάλη ιστιοφορία. Είχε βέβαια, 600 τόνους έρμα...

 

 

[...] Φτάσαμε άλλη μια φορά από τη Χίο, πάλι πλαγιοδρομία με 3 ράδες και 3 φλόκους. 15 κόμβους, 16, από τη Χίο, Καλόγεροι (το νησάκι που είναι στη μέση μέχρι την Άνδρο), μέχρι το Κάβο Ντόρο, 15 κόμβους, χαμός, να τρίζουν οι σκότες, να λέμε τώρα θα σπάσουν, αλλά, εντάξει το φοβάσαι, είναι παλιό σκάφος, έτσι δεν είναι; άντεξε. Όχι, έχω βγάλει καλές ταχύτητες, καλά ταξίδια έχω κάνει. Πολλές φορές κάποια σχοινιά σπάνε από τα ύψη, πρέπει να ανέβει κάποιος επάνω να τα δέσει τα πανιά, δεν είναι εύκολο... ...Στη Ρόδο πηγαίναμε μια φορά, και μετά την Κω προς Ρόδο είχαμε μισόπρυμα τον καιρό και να σπάσει κάτι ράντες από πάνω, κάτι βαρδάρια που τα λέμε, που κάνεις βαρδαζόρι, που λέμε. Να πηγαίνεις για βάρδια και να πηγαίνει το καράβι. Άμα είναι μισόπλευρος ο καιρός, το σκάφος κουνάει πολύ, άμα είναι μισόπρυμα, έτσι; δεν κυβερνιέται εύκολα, πρέπει να ανεβάσεις επάνω, τον κατάλληλο άνθρωπο. Είχα εγώ κάνα δυο καλούς, αδυνατούληδες και γερούς πρέπει να είναι αδύνατος και σβέλτος τύπου Τσάλλη, δηλαδή...

 

[...] Και ο καημένος ανεβαίνει πάνω, βραδιάσαμε, πηγαίναμε για τη Ρόδο, ν' ανέβει απάνω, 40 μέτρα ε; Στους σταυρούς επάνω, με την καντιλίτσα, να το άλμπουρο, να μπορέσει να το αγκαλιάσει, να τα μπαγλαρώσει τα πανιά, που λένε, έτσι;

 

Όταν φτάσαμε πια στην Ρόδο είχε νυχτώσει πού να μπούμε μέσα... Είχε... πώς να το πούμε; Είχε θεριέψει ο καιρός, είχε ντουμανιάσει ο καιρός, που λέμε. Πάμε να μπούμε στο λιμάνι, δεν έμπαινες με τίποτα μες στη Ρόδο, πήγαμε από κάτω από το καινούριο λιμάνι και φουντάραμε νύχτα, 12 η ώρα πια. Φουντάραμε 4-5 κλειδιά, σε βάθος, εκεί πέρα έχει 40 οργιές βάθος, κατεβάσαμε τα κλειδιά. Κατεβάζοντας σκίστηκε το ένα, όχι τα πανιά, πώς να σου το πώ; τα μαντάρια του, τα μπλατσίνια, που τα δένεις. Όλα αυτά τα εξαρτήματα τα μπαγλαρώσαμε εκεί και φουντάραμε τρεις μέρες στα ράδα, και δεν μπορούσαμε να μπούμε στο λιμάνι. Λυσσομάναγε μες στη Ρόδο 8-9 μποφώρ, και δεν μπαίνεις με τίποτα στη Ρόδο. ...Και εγώ έμπαινα μέσα στο παλιό λιμάνι, έδενα στις κολόνες. Όλοι φώναζαν τότε: "που πας; τι κάνεις; πας να μπεις εκεί μέσα;" Έμπαινα πρΰμα με δυο άγκυρες πίσω, εκεί μπροστά, λίγο πιο δω από το Μανδράκι, αλλά άμα σε πιάσει εκεί ο καιρός και είναι έτσι φορτσάτος το αντιμάμαλο που κάνει μέσα δυναμώνει και ετοιμάζεται να σε βγάλει έξω, στο μώλο. Είναι φοβερό λιμάνι, παλιολί μανο...

 


training3

[...] Πέσαμε δίπλα. Ε, βέβαια μετά ξαναπηγαίναμε στο Ναύσταθμο, από δω, από κει, για πετρέλαια παίρναμε από την Αμφιάλη εκεί απέναντι. Εγώ δεν ερχόμουν με ρυμουλκά εκεί μέσα, έχω κακή εμπειρία από τα ρυμουλκά, από τα φορτηγά. Όταν ο ρυμουλκιέρης δεν είναι καλός μπορεί να σου κάνει ζημιά, να σου χαλάσει τη μανούβρα, αλλά τώρα μέσα στο Ναύσταθμο να γίνω ρεζίλι, να με τραβάνε με ρυμουλκά. Δεν είναι εύκολο το ρυμουλκό; με ένα σκάφος που το κουμαντάρεις εσύ απ'έξω... τι να δεις στο ρυμουλκό; τράβα εδώ, τράβα εκεί, κάνε εδώ. Δεν είναι οι ρυμουλκαδόροι, όπως είναι στα μεγάλα λιμάνια και με τα κατάλληλα ρυμουλκά που έχουν τώρα οι ρυμουλκαδόροι... ...Εν πάση περιπτώσει, εγώ στο πλοίο πέρασα πάρα πολύ καλά. Αντιμετώπισα, δύσκολες στιγμές, πράγματι και φουρτούνες και έτσι και αλλιώς, η γέφυρα ξεσκέπαστη, με βροχή, αέρα, έπρεπε να ήσουν στην γέφυρα. Μας έριξε μια φορά δυο μέρες και δυο νύχτες γύρω γύρω από τη Σαμοθράκη, 50 άτομα, μέσα οι μαθητές με το πλήρωμα, 80 και 2 μέρες να βράζει ο καιρός και να γυρίζεις γύρω γύρω από τη Σαμοθράκη, γιατί η Σαμοθράκη έχει ψηλά βουνά, ο καιρός περνάει.

 

Κρεμάει συνεχεία, πας από δω, θα τον βρεις ανατολικό, πας από κει τον βλέπεις δυτικό, πας από δω ξερνάει... και κάνοντας βόλτες γύρω γύρω εκεί για να βρούμε να απαγγιάσουμε, δεν βρίσκαμε να απαγγιάσουμε πουθενά. Μποφόρια πράμα πολύ, πολύ, αναγκάστηκα να πάω προς Ίμβρο και Τένεδο. Εκεί απάγγιασα, και ήρθαν τα περιπολικά της Τουρκίας.

 

 

Πράγματι, εκείνη την ημέρα δεν μ'ενόχλησαν καθόλου, κατάλαβαν τι ήταντο σκάφος γιατί το ξεραν και αυτοί. Το μόνο που μου είπαν, ήταν: "να μας ακολουθήσεις να σε πάμε σε ένα όρμο απάγγιο". Ναυτικά μου φέρθηκαν για κάποιες ώρες, προς τιμή τους, και εγώ δεν είχα παράπονο. Και όταν έφυγα πράγματι αυτά, κάτι περιπολικάκια μικρά της Τουρκίας, βγήκαν έξω, με χαιρέτησαν. Είχαν χαρεί, ας πούμε, αλλά αναγκάστηκα, διότι δεν μπορούσες να αγκυροβολήσεις πουθενά στη Σαμοθράκη. Όσο πιο ψηλά βουνά είναι, να το θυμάστε αυτό, θα το λέω σε όλους, μακριά όταν φυσάει, μακριά από ακτές. Όταν πας στην Ικαρία κατεβάζει πέτρες, κοτρόνια. Μόλις απομακρυνθείς 3- 4 μίλια , δροσάρει, δεν κρεμάει ο καιρός. Πηγαίνοντας κοντά κρεμάει ο καιρός.

 

...Όπου έχει ψηλά βουνά σέρνει σπολιάδες, κατακρημνίζεται ο αέρας. Όπου έχει ψηλά βουνά μακριά από στεριές, εκεί έχουμε υποφέρει, έχω περάσει δύσκολες στιγμές, ωραίες, δόξα σοι ο Θεός.

 

...Κοίταξε να δεις, εγώ, έχω μια μενταλιτέ, να το πω, που μου έχει μείνει στο μυαλό από τους παλιούς δασκάλους καπεταναίους. Μου' λεγαν οι παλιοί καπεταναίοι: "να θυμάσαι Αντρέα, στη θάλασσα, δέκα φορές να σκέπτεσαι και μία να πράττεις. Ό,τι είναι να κάνεις θα το έχεις σκεφτεί και θα το έχεις ξανασκεφτεί, γιατί η θάλασσα δεν συγχωρεί λάθη, δηλαδή θα έχεις πολύ σύνεση σε αυτό που θα κάνεις, δέκα θα σκέφτεσαι και μία θα πράττεις. Δεν θα λες τώρα το αποφάσισα, τώρα το θέλω, τώρα θα το κάνω. [...] Γιατί την ώρα που θα το κάνεις αν το έχεις αποφασίσει λάθος, κλάφτην την θάλασσα, δεν συγχωρεί, και ο μάστορας της θάλασσας ακόμα δεν εβρέθη, ούτε θα βρεθεί". Αυτό το λέω τώρα που είμαι στο ναυτικό με τη βούλα. Δεν μαστορεύεται η θάλασσα. Είναι ένα γνωμικό παλιών καπεταναίων Ελλήνων, ότι ο μάστορας της θάλασσας ακόμα δεν εβρέθη, είναι πολύ σημαντικό...

 

...Άρα λοιπόν, εγώ κατάλαβα στην ζωή μου ότι πρέπει να είμαι πολύ συνετός. Καλύτερα, λέει, να σε πουν στην αρχή φοβιτσιάρη, τρόπον τινά, ή δειλό, παρά θρασύ, γιατί θα σου φέρει ατύχημα η θάλασσα. Δόξα τω Θεώ, τόσα χρόνια μέσα στα βαπόρια, είχα 32 χρόνια μέσα στο φυλλάδιο, 32 χρόνια ταξιδεμένα, δεν άνοιξα μύτη, δεν γρατζούνισα σκάφος, δεν έκανα ζημιά, δεν έσπασα κάβο. Τα πρόσεχα, τα φρόντιζα, που λένε. Το βαπόρι είναι μια ψυχή, πρέπει να το φροντίζεις...»